Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Χωρίς τίτλο

Χθες το βράδυ,
θα μπορούσα να ψαχουλέψω
το σώμα σου
μα το αρνήθηκα.

Θα μπορούσα ν ανοίξω την πιο μικρή
φλέβα σου και ανεπαίσθητα
να εισχωρήσω στο αίμα σου
μα δεν προσπάθησα.

Θα μπορούσα ν αφουγκραστώ
τους παλμούς της καρδιάς σου
μα την αγνόησα.

Γιατί χθες το βράδυ ήθελα να περάσω
από τις πιο ασυνήθιστες περιοχές
του κορμιού σου
με σκοπό να καταλήξω στο σημείο
εκείνο που κάποτε συνάντησα
τον ήλιο.
Κι ύστερα από τόσα χρόνια
να πω στον κόσμο
την... Καλημέρα που του χρώσταγα.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Το γράμμα του καιρού

...Κι ένα πρωί,
άφησε στην πόρτα ένα γράμμα 
ο ταχυδρόμος.
Αποστολέας ήταν ο καιρός κι η κοσμοχαλασιά
ο παραλήπτης.
Θυμάμαι την Μαριγούλα που το κράταγε 
στα χέρια της και μας κοιτούσε στα μάτια
έναν- έναν.
Αναρωτηθήκαμε σε ποιον ν' ανήκει.
Ύστερα από πολλή περίσκεψη αποφασίσαμε
να μην ανοίξουμε τον φάκελο.
Ήταν ωραία τα χρόνια εκείνα που ζούσαμε
γιατί να φέρουμε στο σπίτι μας την καταιγίδα.
Στο τέλος το πήρε η Θεανώ και με μια καρφίτσα
το κάρφωσε πίσω από την πόρτα της κουζίνας.
Πέρασαν τριάντα χρόνια.
Στο μεταξύ είχε πεθάνει ο πατέρας.
Φόραγε μαύρα η μητέρα.
Τη θυμάμαι να κάθεται αμίλητη τ' απόβραδα
πίσω απ' το παράθυρο και να κοιτάζει τον δρόμο
χωρίς να βλέπει τίποτα.
Ο Θάνος είχε φύγει στα καράβια κι έκτοτε,
νέα του δε μάθαμε ποτέ.
Η Μαριγούλα πήγε υπηρέτρια σ'έναν μακρινό 
συγγενή στην Σαλονίκη.
Η Θεανώ μπήκε σ' ένα τρένο για να την καταπιεί
ένα γερμανικό εργοστάσιο. 
Εγώ παντρεύτηκα την φυματίωση κι έμπαινα
κι έβγαινα στην Σωτηρία.
Ο Σώτος φίλησε την μητέρα κι έφυγε
να δουλέψει στ' ανθρακωρυχεία του Βελγίου.
Μάθαμε πως έχασε το πόδι του και λίγο
αργότερα τη ζωή του.
Μια μέρα μ' επισκέφτηκε ο Χάρης.
Κάθισε δίπλα μου κι εγώ του έπιασα το χέρι.
Μου είπε πως το σπίτι χρειαζόταν βάψιμο
και πως η μάνα ανήμπορη πια είχε πέσει
στο κρεββάτι.
Έξι παιδιά στο σπίτι και είχε απομείνει ένα.
Το γράμμα του καιρού εξακολουθούσε
να κρέμεται πίσω από την πόρτα της κουζίνας.
Το είχαμε διαβάσει όλοι
κι ας ήταν τριάντα χρόνια σφραγισμένο.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Απουσία

Μου είχες πει,
πως θα μου λείψεις τα Χριστούγεννα.
Και τώρα που έξω χάραξε μια μέρα σιγαλή,
τα Χριστούγεννα,
μου λείπουν.

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ



Και ξαφνικά...
κάποιος είπε πως έρχεται το τέλος.
Ο Γιακουμής πήγε και κοίταξε έξω απ' το παράθυρο
κι εμείς οι άλλοι πήγαμε και στριμωχτήκαμε
στην πόρτα.
Ο θόρυβος που πλησίαζε μας έπεισε.
Δεν ήταν ψέμα. Ερχότανε το τέλος.
Είδαμε την γειτόνισσα απέναντι να βγαίνει
τρέχοντας να μαζέψει τα ρούχα από το σχοινάκι.
Ανάμεσα σε κάποιους σιωπηλούς περαστικούς
είδαμε τον Χάρη με χλωμό πρόσωπο
να έρχεται και να πέφτει μες την αγκαλιά μας.
Το παλτό του είχε την μυρωδιά της απόγνωσης.
Έρχεται το τέλος μας είπε με σπασμένη φωνή.
Ο Μίλτος με τα μάτια υγρά γύρισε στο δωμάτιο να βρει τα τσιγάρα του
κι η Μαριγούλα άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της
σε μια δερμάτινη τσάντα σχισμένη από τα πολλά
ταξίδια του πατέρα στις θάλασσες.
Εγώ εξακολουθούσα να στέκομαι στην πόρτα αμίλητος.
Ένιωσα το χέρι της Μαρίνας που έτρεμε ν' αγγίζει το δικό μου.

Η τελευταία χαρά μου, ήταν τότε που με φώναξε να πάμε να μαζέψουμε σταφύλια.
Πού να πήγε άραγε εκείνος ο Σεπτέμβρης που με ανοιχτά
πουκάμισα χαράζαμε πάνω στα στήθια μας πορείες.
Αχ, βρε μάνα.
Όταν μας άφησες κλαίγαμε.
Πού είσαι τώρα να κλάψεις εσύ για μας που συνεχίσαμε να ζούμε.
Κάποιος τότε μας φώναξε και γυρίσαμε και καθίσαμε
γύρω από το τραπέζι.
Δέσαμε τα χέρια μας και δεν ξαναμίλησε κανένας.
Άραγε έπρεπε να ΄ρθει αυτό το τέλος για να σμίξουμε;
Έπρεπε να 'ρθει αυτό το τέλος για να ζεσταθούν μεταξύ τους τα χέρια μας;
Έπρεπε να 'ρθεί αυτό το τέλος για ν' ανοίξουμε τα δώρα μας;

Και τώρα;
Τώρα που ο αέρας μυρίζει βροχή
εμείς περιμένουμε να 'ρθει το τέλος.
Εκείνο που δεν ξέρουμε
είναι τι θα είναι αυτό που θα τελειώσει.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Δεξίωση

Χθες,
το άσπρο και το μαύρο,
διάλεξαν την Κυριακή 
των χρωμάτων
για να δεξιωθούν αύριο
τους σκοτεινούς καιρούς.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Στ' ανοιχτά των Κυθήρων

Έλυσες τα μαλλιά σου στον άνεμο
κι εκείνος απρόσεχτα μπλέχτηκε
πάνω τους.
Δεν είναι που έτρεξα με φόρα
να σας ξεμπερδέψω.
Είναι που γίνατε αιτία να ξεφουσκώσουν
τα πανιά.
Είναι που για δικούς σας λόγους
ρίξατε το φεγγάρι στην θάλασσα.
Είναι που σε κέρδισε κι εσένα
ένας αέρας.

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Θλίψη

Τώρα που φεύγω
κοίτα παιδί μου να ντύνεσαι
καλά.
<<κρυώνει ο κόσμος>>
Χωρίς παράθυρα ανοιχτά
χωρίς να λάμπει στα μάτια τους
ο ήλιος.
Και δε θα το πιστέψεις:
Γι' αυτούς τους παγωμένους ανέμους
μερίδιο ευθύνης έχεις αγόρι μου
κι εσύ.

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Το σπίτι μας

Το σπίτι μας,
ήταν μια ξώπορτα στολισμένη από ξανθές
απρόσμενες εκπλήξεις
με κόκκινα παράθυρα ανοιχτά που έσταζε
απ' το περβάζι τους το μέλι
με πόρτες που κρέμονταν στα περάσματα 
των ανέμων για να μπαίνουν τα σφιχταγκαλιάσματα 
και να βγαίνουν άτάραχα τα χρόνια.

Αυτό ήταν το σπίτι μας
με την μικρή Μυρτώ να μαζεύει
αμέριμνα απ' τους ασβεστωμένους τενεκέδες 
του ιάκυνθου τριζόνια και πεταλούδες.
Τον Λάμπρο πασαλειμμένο με νερομπογιές
να ζωγραφίζει με καστανιές κι ευκάλυπτους
τα δάση του.
Την μάνα μας ν' αγκαλιάζει τ' απομεσήμερα
τις τραμουντάνες και ν' απλώνει 
στο σχοινάκι της αυλής  του πατέρα
τ' άσπρα πουκάμισα.

Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Το σπίτι που πέρναγε ο αέρας και μάζευε
φωνές.
Το σπίτι που ακούγαμε τις ώρες να περνούν
με τον γλυκό αντίλαλο της νιότης.
Με τα ζεστά χάδια του πατέρα που τα μετρούσαμε
με τις δουλειές που 'χαν περάσει από τα χέρια του.
Το σπίτι που κληρονομήσαμε έρωτες, αρραβωνιάσματα
και περιβόλια.

Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Το σπίτι των καλεσμένων
κρυμμένο πίσω από απέραντες εξοχές
παραδομένο ολότελα στην αντηλιά και στα ξανθά
αλώνια
τραγουδισμένο με βραδινούς σφυγμούς
και θερινές ανάσες.

Τα σπασμένα όνειρα ήρθαν μετά
φέρνοντας μαζί τους κρύα δειλινά 
και διαλυμένα καλοκαίρια.
Τα Κυριακάτικα ρούχα πνίγηκαν στην καθημερινότητα
των λυγμών.
Όταν πέθανε το αγιόκλημα, τρέξαμε
σε σκοτεινές ντουλάπες
και σε βροχερούς καιρούς να βρούμε
μαύρα φορέματα.
Ομίχλες πυκνές σκέπασαν τα σκοτωμένα 
Χριστούγεννα, τις χρυσές στιγμές,
τις ασημένιες ημέρες.

Αυτό ήταν το σπίτι μας
μέχρι που ήρθε εκείνος ο νυχτερινός
επισκέπτης και κάθισε χωρίς να μιλήσει 
στο τραπέζι μας
κι ασυγκίνητος άρχισε να τρώει με βουλιμία 
τα ενθύμια.