Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Αθέατος

Είμαι ελεύθερος.
Γιατί πολέμησα τις πληγές μου και τις τιθάσευσα.
Γιατί πέρασα χωρίς να πατήσω πάνω σε ξένα όνειρα.
Γιατί άγγιξα τις χαρές και τις λύπες,
χωρίς να τις αφήσω να με πάρουν μαζί τους.
Είμαι ελεύθερος.
Γιατί στις μοναξιάς μου το μουσαμά,
ζωγράφισα κόσμους που δεν κατόρθωσαν
να με υποτάξουν.
Γιατί ξαπόστασα στις ρίζες των ιδεών,
χωρίς να με κυριεύσουν.
Γιατί προσπέρασα με σεβασμό τα μυστήρια,
χωρίς να τα προσκυνήσω.
Είμαι ελεύθερος.
Γιατί μεγάλωσα στους δρόμους.
Ανάμεσα στο τίποτα και στα πάντα!
Πλήρης, ευτυχής και αθέατος.

Η μεγάλη μικροκαμωμένη

Την τελευταία φορά που την είδα,
μάζευε βαλαντωμένη τα χρώματα της βροχής
και προσπαθούσε να τα κάνει κουρελάκια.
Είχε κοπάσει ο σάλος του αιφνίδιου έρωτα.
Είχαν κοπεί οι δροσερές ανάσες της αγάπης.
Τα χαμόγελα της πεντάμορφης ροδιάς,
είχαν χυθεί στα πεζοδρόμια.
Με ρώτησε: Πως μπορεί να είναι ένα τέλος;
Της έδειξα την πτώση των πράσινων φύλλων
μιας αδικαιολόγητης άνοιξης
και τα τελευταία ανήσυχα δευτερόλεπτα
μιας αντίστροφης μέτρησης.
Ω, αγόρι μικρό!
Εσύ που θα πέσεις αύριο με ορμή στην αγκαλιά
εκείνης που δε γνώρισες,
και θα κοιτάς με μάτια ερωτευμένα
την Μεγάλη μικροκαμωμένη,
τούτο σου λέω τούτο:
Να μη σου λάχει τον ίσκιο της να φοβηθείς.
Να μη σου λάχει να της λες, <<φεύγω>>
και να χαίρεται.
Να μη σου λάχει να της λες, <<για σένα
έχω γεννηθεί>> και να λυπάται.
Έλα στάσου εδώ,
και ζήσε κοντά στο άφθονο γέλιο.
Και γίνε συ ο δουλευταράς.
Και γίνε συ ο νοικοκύρης του τόπου σου.
Ανέβα ψηλά αγόρι μικρό.
Ανέβα στον Όλυμπο και πίστεψε στον θρίαμβο
αν θέλεις να δεις την ανατροπή της Ρώμης.
Την τελευταία φορά που την είδα,
ζητιάνευε ((στους συνοικισμούς που βρωμούσαν))
μάτια από θάλασσα.
Κακοποιημένη βάναυσα από ξανθούς εραστές
είχε ξεχάσει παντελώς τον εαυτό της.
Μια ωραία Ελένη βουτηγμένη στο πένθος
σκοτεινών χρόνων και χαμένων γενεών.
Την τελευταία φορά που την είδα,
προσπαθούσε να συγκρατήσει τη φούστα της
μπροστά στα ξεδιάντροπα βλέμματα
χυδαίων εραστών.
Δε μου θύμιζε την Ελλάδα,
μου θύμιζε όμως τους Έλληνες.

Το χρώμα της τραγωδίας

Εσείς που κάψατε τα βιβλία μου στους δρόμους
τραγουδώντας,
ώρα καλή να έχετε
τώρα που θα σαρώνετε με τις σπαρμένες
σιωπές τα χωράφια σας 
και θα βλέπετε τον άνεμο να κλέβει τη σοδειά σας.
Ώρα καλή σε σας
που τρομάξατε τις ανεμώνες με τις φλόγες σας
σκεπάζοντας τον ουρανό μου με καμένες λέξεις.
Μα τώρα έχω τούτο να πω:
Μη χαριεντίζεστε με τους ιδιοκτήτες σας
που σας ταϊζουν θεάματα θολά
και φτηνά βιβλία.
Μην ακολουθείτε το κράτος του ζόφου.
Εναντιωθεί τε στα ξένα κυβερνεία και φωνάξτε
ν' ανατριχιάσουν τ'αγάλματα με τις κραυγές σας.
Κι αφού συγκεντρωθείτε εδώ στις άσπρες πέτρες,
φιληθείτε!
Ναι φιληθείτε.Όπως στον ουρανό τα σύννεφα.
Όπως τα πουλιά στα δέντρα.
Και τρέξτε ύστερα ν'ανοίξετε τα σπίτια σας
να μπει αέρας. Να μπούνε οι δρόμοι,οι λέξεις,
τα συνθήματα.
Γιατί όποιον δρόμο και να πάρετε,
θα συναντήσετε τ'όνειρο μου
που σας μιλάει
ακατάπαυστα γι'αυτό που θέλετε ν'ακούσετε.
Γιατί του λείπει αυτό που σας έλειψε.
Γιατί πνίγεται εκεί που έχετε βουλιάξει.
Σε σας λοιπόν που κάψατε τα βιβλία μου
στους δρόμους,θριαμβολογώντας,
έχω τώρα τούτο να πω:
Άλλο δεν ήθελα,
από το να σας χτίσω μια γειτονιά με μουσικές
λέξεις,
ζωγραφισμένες από πλανόδιους καλλιτέχνες
που θα απεικόνιζαν την αθωότητα.
Μια γειτονιά που να 'χει το άδειο βλέμμα σας
απέραντα τοπία για να τρέξει.
Μια γειτονιά που οι έξι μέρες της
θα παραχωρούσαν τις ώρες τους στην εβδόμη.
Μια γειτονιά που θα σας χάιδευαν τα μαϊστράλια της
με ακούσματα πελαγίσιων κυμάτων και οι κήποι της,
με το χνούδι των λουλουδιών τους,
Μια γειτονιά με περιστερώνες λιόδεντρα και μαστιχιές.
Με κλήματα μπαχαρικά και γύρη.
Κι αφού θα την έντυνα με τα επτά χρώματα,
θα τη ράντιζα με φλογερά τραγούδια ερωτευμένων
ανέμων.
Μα σεις, αρχίσατε νωρίς το κλάδεμα της αγάπης
ρίχνοντας τα λόγια μου στις καινούργιες φωτιές
των σκοτεινών χρωμάτων.
Παραδοθήκατε στη γοητεία του βάλτου
για να παρακολουθείτε τώρα τους καπνούς,
τις στάχτες, τα σκούρα φώτα σας που τρεμοσβήνουν.
Έχω τώρα τούτο να πω σε σας
που κάψατε τα βιβλία μου στους δρόμους:
Μη κόβετε τα δάχτυλα που γράφουν.
Γιατί δε θα μπορώ να μπολιάσω τις αγριοκερασιές
των ονείρων σας.
Δε θα μπορέσω να δια κόψω την μετάγγιση
της νύχτας στις φλέβες των παιδιών σας.
Και άοπλα θα τ'αφήσετε μέσα σε ψυχρές σχολικές
αίθουσες να ρεμβάζουν τη θολούρα του κόσμου,
μαθαίνοντας στωικά το αποτρόπαιο
χρώμα της τραγωδίας.

Μάθημα ιστορίας

Το δύσκολο δεν είναι να πιαστώ απ' το αγιόκλημα,
απ' την υδρορροή
και να φτάσω στα παράθυρα σου
μ' αξιώσεις.
Το δύσκολο δεν είναι ν'αφαιρέσω
από την πόρτα σου την κλειδαριά
και να γυρίσω την πετούγια.
Το δύσκολο είναι να μπω
και να πέσω πάνω σου
σαν άνεμος δυνατός.
Κι εσύ
χωρίς να φέρεις αντίσταση καμία,
να μ'αφήσεις να σε γδύσω.
Να σε ρίξω στο κρεβάτι
κι αφού πλαγιάσω πλάι σου,
Ν'αρχίσω να σου εξηγώ γιατί
έπεσε η Τροία
.Δείχνοντας σου
ποιο ήταν αυτό που κατάστρεψε
τους Τρώες.
Δεν είναι που ήρθες και τρύπωσες 
με το έτσι θέλω στα όνειρα μου.
Είναι που τα όνειρα μου
στάθηκαν αδύναμα να τρυπώσουν
στη δική σου
πραγματικότητα.

Πέρασμα

...Το 'χουμε κάνει το ταξίδι αυτό.
Κι ας ήταν τα τρένα σταματημένα
στους σταθμούς.
Κι ας ήταν τα πλοία δεμένα
στα λιμάνια.
Το 'χουμε κάνει το ταξίδι αυτό.
Δε μπορεί οι ανοιχτοί δρόμοι ψέματα
να λένε.
Δε μπορεί να γεμίσαμε με τόσες ξένες
αναμνήσεις
τις ζωές μας.

Το παράθυρο

...Όχι.
Απόψε θα μείνω εδώ.
Μπροστά στο σκοτωμένο παράθυρο
για ν'ακούσω το τρεχαλητό του βοριά
και τους λυγμούς του κήπου που κλαίει
την ευωχία των λουλουδιών
που ματαιώθηκε.
Ω, αυτή η σιωπή,με τι άνεση
όταν ανοίγει το στόμα της
ξέρει τόσο σκληρά λόγια
να μου λέει.
Το βραδινό λεωφορείο,πέρασε δίχως
επιβάτες.
Έκλεισε από νωρίς το περίπτερο στη γωνία
Περασμένα μεσάνυχτα.
Ένας μεθυσμένος με βρεγμένο παλτό,
στέκεται στη μέση του δρόμου και μιλάει
μοναχός του.
Κάποιος γύρισε ένα κλειδί και σφάλισε
μια πόρτα.
Το φανάρι στο βάθος του δρόμου αναβοσβήνει
μελαγχολικά
κι είναι, σαν να μου εκμυστηρεύεται
τα μυστικά του.
Μεσάνυχτα περασμένα.
Η πλήξη στο απόγειο της.
Αναρωτιέμαι πως θα τελειώσει
τούτη η αποτρόπαιη νύχτα.
Ω, παλιά αγαπημένη
φύγε.
Μην αφήνεις τα μάτια σου να πέφτουν
επάνω μου και να με σκάβουν.
Άκου με τι ορμή κυλάει στις αρτηρίες
το αίμα μου.
Είναι η ώρα που βγαίνω από το σώμα μου
για να ψηλαφίσω τις σκοτεινές εκτάσεις μου.
Να βρω που πήγαν οι κεντημένες με αινίγματα
σκιές μου.
Τα ξέφωτα που ύφαινα στα παιδικά όνειρα μου.
Παλιά αγαπημένη
φύγε.
Μπούχτισα από μεγάλες έρημες πλατείες
κι από θολές γειτονιές,
γεμάτες αρρώστιες και έρωτα.
Τώρα, είναι η ώρα που έρχονται
από τα φωταγωγημένα προάστια,
από τα ξεχασμένα σπίτια με πένθιμα
φορέματα, οι μοναξιές μου.
Είναι η ώρα που κοιτάζω το απρόσωπο
πρόσωπο μιας νύχτας θανατηφόρας
περιμένοντας τα βρόχινα χρόνια
που θα στάζουν πάνω στα καινούργια μου
ρούχα αργά, αργά,
τους ανεξίτηλους λεκέδες
μιας χαμένης ζωής.
Φύγε αγαπημένη.
Φύγε.
Είναι η ώρα που δέχομαι για τον θάνατο μου,
συλλυπητήρια.

Χάρτινες γέφυρες


ΧΑΡΤΙΝΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ
Η απόσταση αναπνοής,
Μπορεί να είναι απέραντη
αν δεν συμφωνήσουν
τα μάτια με τα χείλη.
ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Τ'απαλά νύχια,
θα γρατζουνίσουν
αν δεν τα φροντίσεις με στοργή.
Αν δε τα λειάνεις
με αγάπη.
ΤΟΥ ΒΟΡΙΑ
Πέρασες χθες και χωρίς αιδώ,
κακοποίησες τον κήπο μου.
Ω, βοριά, τρελοβοριά:
Η ζωή, δεν είναι το πέρασμα.
Είναι τα χρώματα της.

Μακάριε περιπατητή

ΜΑΚΑΡΙΕ ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗ
ΜΕ ΞΕΝΟ ΒΕΛΟΝΙ
ΠΛΕΞΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ
Κατά τον δωδέκατον μήνα των καιρών
και ώραν εντεκάτην νυχτερινής
μίλησα την γλώσσα των σκούρων
χρωμάτων
Μ'εκείνους που ονειρεύτηκαν την ευτυχία.
Και είπα:
Ιδού
ενώπιον του φωτός των λιβαδιών
η αρχή του τέλους
που την γιορτάζουν οι παροικούντες
με εφήμερα δώρα και χάδια
<<πατρικά.>>
Κατά που πέφτει το ξύπνημα
του μεγάλου ξεσηκωμού;
Ζητείται πρόσωπο εμπιστοσύνης
που ν'απεχθάνεται το χειροφίλημα.
Ιδού
τα υποχείρια της βασιλείας των ((χοίρων))
οι στυγνοί καθοδηγητές της στάνης.
Οι καλοδεχούμενοι των μοιραίων.
Οι ασύδοτοι ξυλοκόποι που ευχάριστα
ποτίζουν τα παράπονα των δασών.
Ζητείται πολέμιος, της αριστοκρατίας του μαύρου.
Άτρωτος και ασυγκίνητος.
Ιδού
οι κίτρινες εποχές.
Η εκδίκηση των πράσινων φύλλων.
Οι θανατηφόρες αγκαλιές των αλλοφύλων.
Οι επισκέψεις στις μαύρες ώρες,
νοσήματα χρεοκοπημένων οραμάτων.
Ζητείται κρότος, ικανός ν'αφυπνίσει
τον λήθαργο.
Ιδού
χόρτα ξερά υποταγμένα στο ακαταμάχητο
της σταγόνας.
Στ' αποκαλυπτήρια των σκοτωμένων
ονείρων,
ανύποπτα παιδιά αποθέτουν μήνες νεκρούς
χρόνια ασάλευτα.
Στείρες γενιές που παρελαύνουν σε άγνωστους
δρόμους.
Ζητείται αξίνα με όρεξη
να σκάψει χωράφι.
Ιδού
ανεξέλεγκτα ήθη.
Η ανθρωπότητα χαρτοπαίζει το μέλλον της.
Τα υποσχετήρια της ηλιόλουστης Κυριακής
εφημερεύουν.
Προ των πυλών η ωορρηξία της γόνιμης
μοναξιάς.
Υποκλιθείτε.
Ζητείται ζωγραφιά, που ν'απεικονίζει
την αθωότητα του χάους.
Ιδού
οι σχολές των διαβόλων
στον συντονισμό της αμάθειας.
<<Ιερείς>> λιβανίζουν τα ψέματα τους
με σύμμαχο την υπνηλία των αμνών
και των εριφίων.
Ζητείται αγάπη με άλλοθι την αλήθεια.
Ιδού
κόσμε των ερειπίων τα τοπία σου.
Ιδού οι τιμονιέρηδες της σαπίλας.
Πέτρες με ονοματεπώνυμο οι ξερολιθιές
της ζωής σου.
Ιδού οι έρωτες των αιώνων
στα βήματα ενός αργού χορού.
Ιδού τα καλώς ορίσματα των γκρεμών.
Χαρείτε νενικήκαμεν.
Ω, δεν έχουμε που αλλού να πάμε
τώρα που πήγαμε παντού.

Χωρίς τίτλο

...Όχι
Δε θα ρωτήσω πως με έβλεπες εσύ.
Ψάχνω να βρω με ποια μάτια σε κοίταζα εγώ.
Θέλω στο καντάρι των μυστικών συναντήσεων
να ζυγίσω τα χρώματα των ονείρων μου.
Να ψηλαφίσω από την αρχή τους δρόμους
που μου χάρισαν νύχτες κενές.
να κολλήσω τον εαυτό μου στον τοίχο
και χωρίς καμιά επιείκεια
να τον ρωτήσω
πότε κατάργησε τον κώδικα της τιμής.
Πότε φόρεσε το χαμόγελο της μάσκας.
Δε θα σε ρωτήσω
ποιος άνοιξε την πόρτα αφήνοντας
την ερωτική προχειρότητα να μαγαρίσει
με άνεση τον χορό της μεγάλης γιορτής.
Δε θα μοιραστώ με κανέναν τα λάθη μου.
Το τίμημα της αποτυχίας
θα πλήξει έναν
δε θα γκρεμίσει δύο.
Θ'αποδεχθώ παλικαρίσια το γκρίζο φόντο
της άλλης μου όψης.
κι όταν θα 'ρθει η ώρα να στρέψω
το όπλο επάνω μου,
θα είμαι πια σίγουρος
ποιον θα πυροβολήσω.

Ο ξεσηκωμός

Εμπρός,
σήκω όρθιος.
Έχει έρθει η ώρα του μεγάλου 
ξεσηκωμού.
Σήκω όρθιος κι έλα να συναντηθούμε
εδώ.
Ανάμεσα στα δέντρα, στα πουλιά
και στα τρεχούμενα νερά.
Εσύ θα εγκαταλείψεις το σπίτι σου
κι εγώ,
τα ζεστά χέρια των παιδιών
γιατί εκεί είναι ο κόσμος
ο δικός μου.
Σε σένα το λέω:
Σήκω όρθιος
και τρέξε στις ανεμώνες των λιβαδιών
να βρεις τον ποιητή σου
και πλύσου με το χνούδι του
και μπες μες την ορμή του.
Άφησε τον να σου δείξει
την προίκα σου που την πρόσφεραν
να την χαρούνε ξένοι.
Σε σένα το λέω:
Σε σένα με το χλωμό πρόσωπο
και τα ονειροπόλα μάτια.
Δες:
Η μάζα της οικουμένης σε κοιτάζει
ειρωνικά κι εσύ απολαμβάνεις
το ραχάτι.
Δες:
Ήρθαν και γέμισαν το σπίτι σου
με άδειες καρέκλες
κι εσύ με μάτια κλειστά,
διαβάζεις εφημερίδες γκρίζες.
Δες:
Οι τοπογράφοι των γκρεμών
παραμονεύουν.
Γονείς,
μυριάδες γονείς, κοτσάνια ξερά
που έχουν χάσει τις ρώγες τους.
Λυπήσου τα μεστωμένα σου νιάτα
κι έλα εδώ ν'ακούσεις το τραγούδι
του ποιητή που άλλο δεν είναι,
από το να τρίζει τα δόντια του.
Δες:
Εκεί έξω,
είναι ένα δέντρο που στη μέση
του φθινοπώρου,
ατενίζει ορίζοντες
περιμένοντας μάταια
να γυρίσουν τα φύλλα του.
Αν θες,
να ξαν' ακούσεις ποτάμια να τραγουδούν,
κύματα δικά σου να χορεύουν,
έλα και στάξε ιδρώτα και αίμα στο ποτήρι
των ονείρων σου.
Το ξέρω:
Δε θα 'ρθεις ανθέ μου
δε θα σηκωθείς.
Δε θα σμίξεις ποτέ με την πίστη
του Σολωμού, με την οργή του Κάλβου.
Κι έχει έρθει η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού.
Ο ξεσηκωμός
δε θα ΄ρθει.
Θεέ μου,
με το θέλημα Σου,
έφτασα επιτέλους στο χείλος
του γκρεμού.
Θα μου εγγυηθείς τώρα
την ασφαλέστερη πτώση;
Ή θα παρακολουθήσεις όπως
την όλη μου διαδρομή
αδιάφορος;

Μη κοιμάσαι

Μη κοιμάσαι!
Έτσι ωραία που γεννήθηκε,
κράτα ανοιχτά τα μάτια σου.
Είναι μια υπενθύμιση τα ουρλιαχτά της συντριβής
στις Θερμοπύλες.
Μη κοιμάσαι!
Έβγα στον Όλυμπο, στην Οίτη, στον Ταΰγετο,
κι αγνάντεψε το αρχαίο σώμα που μοσχομυρίζει,
τα βροχερά απομεσήμερα, ευκάλυπτο και θυμάρι.
Δες ποια σε μεγάλωσε με χάδια
κάτω από τις πορτοκαλιές του Μυστρά.
Και θυμήσου τα ορθόπλωρα καράβια που έσκιζαν
Αιγαιοπελαγίτικα κύματα, για να σου χαρίσουν
την Κύθνο, την Πάτμο, την Αμοργό.
Θυμήσου τον ψαρά που άναβε τα πυροφάνια του
από το Αργοστόλι ως το Ταίναρο.
Θυμήσου τα οργώματα, τις θημωνιές,
τις κρυφές ερωτικές ματιές στ' αλώνια,
τα μελαχρινά κορίτσια στα μποστάνια.
Μη κοιμάσαι!
Θυμήσου τις ζεστές νύχτες που στις ξερολιθιές
της Μάνης, άπλωνε τα φουστάνια της η πανσέληνος.
Θυμήσου τις φωτιές του Αϊ Γιάννη που κάτω
από τις ανταύγειες της φλόγας,έβλεπες
αγόρια και κορίτσια να ερωτεύονται.
Θυμήσου το γλυκό του κουταλιού στη Σέριφο,
το κόκκινο κρασί στη Σαντορίνη.
Μην κοιμάσαι!
Εσύ είσαι το Μεσολόγγι, ο Γράμμος, τα Δερβενάκια,
η Τριπολιτσά!
Ανέβα στις ράχες του Ψηλορείτη και άφησε να τρέξει
το βλέμμα σου στο ακριβό μπλε.
Και δες το άπλωμα της αγκαλιάς εκείνης,
που σου εμπιστεύτηκε τα στέφανα
του γάμου της.
Και τρέξε ν'απλώσεις λιόπανα στη Ρούμελη.
Και τρέξε να λιάσεις στο Δερβένι τη σταφίδα.
Μη κοιμάσαι!
Άκου πως βράζει ο μούστος στη Νεμέα,
πως τρέχουν στο Ριζοβούνι τα νερά.
Άκου το γοργοκύλισμα του Αχέροντα στα σπλάχνα
της Δωδώνης.
Μη κοιμάσαι!
Το χρωστάς σ'εκείνους που άλλαξαν μονοπάτι
με το ιερό χώμα ανάμεσα στα νύχια τους.
Το χρωστάς στον μυλωνά του κάμπου
που καταπίνει τη σκόνη του,τραγουδώντας
το ζεστό ψωμί.
Το χρωστάς στον μελισσουργό της Σαμοθράκης
που στάζει από τα χέρια του το μέλι.
Μη κοιμάσαι!
Δε μπορείς μ'ένα μαντήλι ν'αποχαιρετίσεις
τους Δελφούς, την Πέλλα, την Ιθάκη.
Σου το ζητώ,
σαν τελευταία χάρη.
Μη κοιμάσαι!
Μην αφήσεις να σου μαγαρίσουν οι νυχτοστρατοκόποι
την αυλή της αρμπαρόριζας και του βασιλικού.
Άνοιξε την αγκαλιά σου στον κουρασμένο παρωρίτη.
Άνοιξε τη καρδιά σου να μπούνε τα Χριστούγεννα
στο σπίτι σου.
Άνοιξε το ραδιόφωνο ν'ακουστεί σαν καμπάνα
χαρμόσυνη η φωνή του Καζαντζίδη πάνω από
της φτωχολογιάς τα χαμηλά και απαλά να φτάσει
στο πλυσταριό της Ευανθίας.
Κι εγώ,
στ' ορκίζομαι, στη μυρωδιά της Κρητικής ελιάς!
Στο άρωμα της Χιώτικης μαστίχας!
Θα σ'αγαπώ μέχρι να δύσει ο ήλιος!
Μέχρι να χωνέψει η άβυσσος, τη τελευταία ανάσα!
Μη κοιμάσαι Ελλάδα.
Ελλάδα μη κοιμάσαι!

Λιμάνια χωρίς όνομα

Ήταν πασίγνωστος στους δρόμους του λιμανιού.
Όλοι πάνω στα ρούχα τους,
είχαν τη σκόνη που είχε σηκώσει η πτώση του.
Χωρίς να έχει εξασφαλίσει μία πατρίδα,
ζούσε πλάι σε απόκρημνες ώρες
σαν ισότιμο μέλος μιας σκοτεινής
ανθρωπότητας.
Φτωχός σαν τα στεγνά ποτάμια,
σύχναζε στις γειτονιές που φυσούσαν
αμέριμνοι άνεμοι,
πουλώντας ιδέες
για απροσδόκητες συνήθειες.
Η ανταμοιβή του,
ο εμπαιγμός των ναυτών στα πεζοδρόμια
της ναυτίας
όταν επίμονα τους ρωτούσε
κατά που πέφτουν τα Χριστούγεννα.
Ήταν πασίγνωστος στους βάλτους των καιρών
κι ας μη γνώριζε κανένας τ'όνομα του.
Τον είχαν ξεβράσει τα κύματα
στις ακτές των χαμένων κόπων
για να τον καταπιεί με ακατάσχετη βουλιμία
η χαμέρπεια που έκρυβαν πίσω τους
οι κόκκινες κουρτίνες.
Παγιδευμένος σε δρόμους ανοιχτούς,
είχε αφήσει τα ίχνη του να σκουριάσουν,
κερδίζοντας μια θέση στα δωμάτια των περαστικών
που με απέραντες σιωπές πάσχιζαν να στηρίξουν
απελπισμένες αγάπες.
Θανάσιμος εχθρός του εαυτού του,
κρυβόταν πίσω από τ'αδιάβροχα της ζωής
αποχαιρετώντας με απάθεια τον φρέσκο αέρα,
τις παιδικές φωνές, τα μελιστάλαχτα όνειρα.
Αγαπούσε τον θόρυβο της βροχής.
τα βραδινά τραγούδια,
μα πιο πολύ,
τον ήχο που έκαναν οι πέτρες στον κατήφορο.
Είχε φτύσει φυματίωση μέχρι να φτάσει
στη θάλασσα της στεριάς
που τον έπνιξε όταν κι εκείνη θέλησε,
μια κρύα νύχτα να τον φτύσει.
Στον τοίχο του κόσμου ένα καρφί,
είχε στην άκρη του
δεμένο ένα κουρέλι.

Στους χορούς των ανέμων

Όταν φυσούσε,
έλυνε τα σχοινιά και ξανοιγόταν στα πέλαγα.
Μα όσο κι αν λιγόστευε τις τραμουντάνες
και τους γρέγους που έβαζε στις βαλίτσες του,
εκείνα που περίσσευαν
κι άφηνε απ'έξω,
ήταν η μπούμα, ο φλόκος και η γκρίζα ζωή του.
Χαράμιζε στιγμιαία ταξίδια στον βωμό
μιας λαχτάρας παράφορης.
Ο πλούτος εφήβων ετών, είχε από καιρό
βυθιστεί αύτανδρος ανάμεσα σε ανερμήνευτους
ίσκιους, μελαγχολικά δωμάτια
και πένθιμες αναμνήσεις.
Αγνοούσε ολότελα τους φραγμούς της άρνησης,
τους κόκκινους σηματοδότες
και τα ήμαρτον.
Όταν φυσούσε,
με συντροφιά του τη σκιά της πρώτης αγάπης,
ανέβαινε τα σκαλοπάτια της όστριας, προσδοκώντας
να οικοδομήσει ερείπια ερωτικών χρόνων.
Τα μεσονύχτια, σύχναζε στα υγρά καπηλειά
ξένων ανέμων
και σταγόνα σταγόνα, έπινε
πλάι σε νυχτωμένες ζωές, τους σκοταδερούς χειμώνες
που τον κυνήγησαν.
Ποτέ δε παραπονέθηκε για τα σβησμένα κεριά
της μοναξιάς του.
Για την καταπίεση που του ασκούσαν τα σούρουπα.
Για την ανάρμοστη συμπεριφορά της απουσίας.
Σπάνια γελούσε.
Μα όταν γέλαγε,τα ηλιοτρόπια της αυγής ζευγάρωναν
με τις μωβ ανθοδέσμες της δύσης.
Όταν φυσούσε,
αναζητούσε τη λύτρωση στους φθινοπωρινούς
αφιλόξενους μόλους.
Ο κόσμος του, ήταν ένα σχισμένο χαμόγελο
στη ραφή μιας φθαρμένης ψευδαίσθησης.
Τα μονοπάτια που περνούσαν τραγούδια,
είχαν από καιρό λιγοστέψει.
Τον έπνιγαν τα σιωπηλά σπίτια, οι τυπικές
συναναστροφές, τα σχολαστικά ωράρια και οι αγέλαστοι
άνθρωποι της στεριάς.
Οι κενές νύχτες, τα πρόχειρα όνειρα και τα άχαρα χρόνια,
τον έστελναν στις αγυρτείες των κακόφημων δρόμων.
Είχε τραφεί με την ασυδοσία των λιμανιών.
Γι'αυτό αγαπούσε τα πρωινά λουλούδια,
τα θολά τζάμια και τις όψιμες κερασιές.
Όταν φυσούσε,
με συνοδεία τη χορωδία των κλαδιών,
έτρεχε στους άπονους κάβους, για ν'αντικρίσει
για μια ακόμη φορά τον τόπο του εγκλήματος.
Η παραφωνία μιας σοροκάδας αδυνατούσε
να σκορπίσει τις πλάνες του.
Πίστευε πως ο κόσμος γύρω του άλλαζε μάταια.
Τον τρόμαζαν οι αγγελίες των έρημων δρόμων.
Κι όταν άκουγε χαρμόσυνα σήμαντρα
και καμπάνες να χτυπούν,
αποκαρδιωμένος έπαιρνε το μονοπάτι του γυρισμού
και πήγαινε εκεί που 'χε βουλιάξει.

Το μορτάκι

Κάθε πρωί απ'το δρομί
περνούσε το Μορτάκι
και άφηνε στην πόρτα σου
το θαλασσί χαρτάκι.
Το διάβαζες και γέλαγες
το πέταγες στην άκρη
κι ας είχε λόγια ακριβά
που τα 'πνιγε το δάκρυ.
Μάτια που ράγιζαν καρδιές
ποτάμια που κυλούσαν
αδιάφορα τα κοίταζες
που σε παρακαλούσαν.
Περίμενες τον πρίγκιπα
που λεν τα παραμύθια
και πάταγες μία καρδιά
και την μεγάλη αλήθεια.
Άλλος κανείς δε πέρασε
άλλος κανείς δεν ήρθε
και το Μορτάκι της ζωής
για σένα δεν υπήρχε.
Έφυγες σ' άλλες γειτονιές
χάθηκες μες τα μάκρη
κι οι δρόμοι όλοι πνήγικαν
στο θαλασσί του δάκρυ.
Κι ένα πρωί δε φάνηκε
το άτυχο Μορτάκι
Αχ ουρανέ στάξε εσύ
το θαλασσί χαρτάκι.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Χωρίς τίτλο

Θεέ μου,
με το δικό σου θέλημα,
έφτασα επιτέλους στο χείλος
του γκρεμού.
Θα μου εγγυηθείς τώρα
την ασφαλέστερη πτώση;
Η θα παρακολουθήσεις όπως 
την όλη μου διαδρομή
αδιάφορος;

                        Η προσευχή είναι ο νυχτοφύλακας
                                 του καταδικασμένου.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Μελαγχολικές αναδρομές


Την πρωτοείδα.
στη μισοσκότεινη σάλα κάποιου Αμερικάνικου
πανδοχείου της ανατολικής ακτής.
Μελαγχολικά δωμάτια, διάδρομοι σκοτεινοί
και σκιές που χειρονομούσαν απόκοσμα,
μ'έστειλαν στο παράθυρο να τραβήξω
τη κουρτίνα.

Έξω ψιχάλιζε ακατάπαυστα.          
Ο δρόμος ήταν γεμάτος λάσπη ανία
και συντριβή.
Πέρα στη στάση του λεωφορείου,
ένας εργάτης σκούπιζε ανόρεχτες ώρες.
Πρωινό Κυριακής που το έπνιγε μια αλέα
γεμάτη σκουριές βρώμα και πλίνθινες μάντρες.
Μικρές στιγμές, αδύναμα συναισθήματα
πεισμωμένα αδιέξοδα κι ανατριχίλα,
έστειλαν τα μάτια μου να πέσουν
επάνω της.

Το βαρύ φως με βοήθησε να δω
τ'αχτένιστα μαλλιά, το φθαρμένο φόρεμα,
το πληγωμένο βλέμμα.
Στα χέρια της κρατούσε ένα ημερολόγιο 
που αδιάφορα ξεφύλλιζε μάταιες ημέρες.
Με κοίταξε με ύφος αγρύπνιας, 
προσπαθώντας αδέξια
να κρύψει την άχρηστη θλίψη της.
Ένα τσιγάρο,
στάθηκε αιτία ν'ακούσω τη φωνή της.
μια φωνή που θύμιζε σπασμένα γυαλιά
καβγάδες και βλαστήμιες.

Θυμάσαι;
Σε είχα αγαπήσει όπως το καθημερινό ρούχο
που δεν έχει καμία απαίτηση
μου είπε.
Που να κρύψω στα χρόνια εκείνα το χάος
όταν μου έλεγες: <<για πάντα>>
Με κοίταξε, σαν να φαντάστηκε 
πως έλειπα απ' την σάλα.
Κείνη την στιγμή τα μάτια της, είχαν το χρώμα
των καιρών.
χαμογέλασε με πικρία και είπε:
Όταν πίνω νερό, ακούω το γέλιο σου.

Την κοίταζα και σκεφτόμουν
πόσο ο ένας έμοιαζε στον άλλον.
Εγώ είχα ξοδέψει μια ζωή κάνοντας
άσκοπα βήματα πάνω σε χειμωνιάτικες
νύχτες,
κι εκείνη αποζητούσε παιδικά απομεσήμερα
σε τοίχους σκοτεινούς.
Εγώ με δύο τσέπες γεμάτες άκυρα εισιτήρια
επιστροφής,
κι εκείνη βουτηγμένη στη συμφορά της βιοπάλης.

Άρχισα τότε να της μιλώ για τις έρημες
μελαγχολικές στάσεις του κόσμου.
Για τις σκιές των πορτρέτων που με κυνήγησαν.
Για τα μεγάλα ταξίδια σε τόπους στενούς
και για τ'ανυπάκουα χρόνια σε μαύρα σπίτια.
Μέχρι που ήρθε η πάχνη της σιγής
και μας σκέπασε.

Το θυμάμαι καλά.
Ήταν ένα πρωινό βροχερής Κυριακής
σ'ένα παλιό Αμερικάνικο πανδοχείο
της ανατολικής ακτής.

Βγήκαμε έξω στη βροχή χέρι με χέρι
και σταθήκαμε στη μέση της δημοσιάς
ο ένας αντίκρυ στον άλλον.
Με φωνή μνήμης μιας άλλης ζωής
της είπα:
Τρόμαξα να σε γνωρίσω αγάπη μου
κι ας μη συναντηθήκαμε ποτέ μας.
Είδα μόνο με τα μάτια της να μου χαρίζει
λίγες ανταύγειες θαμπές.
Κρίναμε σιωπηλά πως ο αποχαιρετισμός
δεν ήταν απαραίτητος.

Εκείνη τράβηξε προς τις άγρυπνες πολιτείες
του Νότου, αναζητώντας ξεχασμένους δρόμους,
κι εγώ, για τόπους που κατρακύλαγαν νερά.
Για γειτονιές που άκουγαν ανέμους.