Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Από τα ναυτικά χρόνια

Όταν γύρισε απ' το ταξίδι,
έκλεισε όλα τα παράθυρα του σπιτιού
κι άφησε τα δωμάτια να γεμίσουνε θάλασσα.
Έπειτα,
πήγε και στάθηκε μπροστά στις αποσκευές
και τις άνοιξε.
Είχε φέρει κι από ένα δώρο ακριβό
για τον καθένα.
Ένα ζεστό φύσημα του Νοτιά, για τα μαλλιά
της Ελένης.
Ένα μενεξεδί ηλιοβασίλεμα, για της Μυρτώς
τα μάτια.
Αναλαμπές των φάρων,
για την μικρή Ουρανία,
κι ένα κοχύλι του Ινδικού, για τον Αλέξανδρο.
Άναψε ύστερα τσιγάρο
και κοίταξε τα μοναχικά απόβραδα
που είχε κρατήσει για τον εαυτό του.
Άκουσε τους ήχους μιας απρόσμενης
καταιγίδας, κι αυθόρμητα χάιδεψε
το λευκό μαντιλάκι της,
που μοσχομύριζε ακόμα
το πρώτο και τελευταίο απόγευμα
μιας ερωτικής Κυριακής.