Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Γεύση βροχής

Ήταν εκεί στα τέλη κάποιου Σεπτέμβρη.
Είχε ανοίξει ο αέρας τα παράθυρα
κι είχαν αρχίσει οι κουρτίνες να χορεύουν.
Εγώ αύριο θα φύγω μου είπες.
Όλα εδώ μου φαίνονται ξένα.
Δε μίλησα.
Άφησα το άσπονδο φθινόπωρο να δω
που θα το πάει.

Στο μεταξύ, ο αέρας δυνάμωνε.
έμπαινε στο σπίτι αδίστακτος σα να'θελε  να γκρεμίσει
κάτι που είχε από μόνο του καταστραφεί.
Θυμάσαι;
Ήρθε μια γεύση βροχής κι άρχισε να πνίγει ανενόχλητα
φωτογραφίες από παλιά ξενύχτια και αξέχαστες
γιορτές
Οι πόρτες χτυπούσαν.
Σωριάστηκαν στο πάτωμα τα κάδρα με τις ηλιόλουστες
καρδιές.
Ένα κίτρινο πουκάμισο και τα θερινά σου καπέλα
στριφογύριζαν ανήμπορα να συγκρατήσουν
μέρες ζεστές.
Τα όνειρα, έτρεχαν να σωθούν στις κρεβατοκάμαρες.
Η στέγη έτριζε επικίνδυνα.
Έξω η μελαγχολία του δρόμου έτριβε τα χέρια της.
Κι ο αέρας ολοένα δυνάμωνε.

Κρατήσου φώναξα.
Κρατήσου κοντά σ'αυτόν που σου έδειξε
τι σημαίνει παράδεισος.

Ω, 
πες μου εσύ που ήσουν ασυγχώρητα όμορφη 
γιατί πίσω από σπασμένα παράθυρα 
είναι τόσο άπονα τα ηλιοβασιλέματα;
Ποιος νανουρίζει στα σιωπηλά σπίτια την Άνοιξη;
Τι είναι αυτό που κουνάει τις Κυριακές πέρα στα λιβάδια
τα ώριμα στάχυα;
ποιος γεμίζει με άνοστα χρόνια άδεια δωμάτια;

Γιατί αγάπη μου δε κρατήθηκες;
Γιατί άφησες εκείνο το αύριο
να σε πάρει νωρίτερα;