Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Χωρίς τίτλο

...Μα τι κάνεις;
Το σπίτι είναι γεμάτο από καλοκαίρια.
Βγάλε από την πόρτα την κλειδαριά
και άφησε την ορθάνοιχτη.
Δώσε χώρο στις απρόσμενες καταιγίδες,
στους χειμώνες και στα φθινόπωρα.
Θέλω να ζήσω χωρίς φόβους.
Ελεύθερος.
Αν είναι να προστατεύω τις πληγές μου,
αν είναι να λαμβάνω τα μέτρα μου,
σημαίνει πως έχω χάσει
τα μέτρα μου.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΤΙΠΟΤΑ

Δεν έχω να δώσω τίποτα
γιατί δεν έχω τίποτα.
Γιατί αν θέλω την παγκόσμια
μηχανή να σταματήσω
δεν πρέπει να έχω τίποτα.
Γι' αυτό,
και σήμερα θα κοιμηθώ στον δρόμο
γιατί εγώ δεν έχω όρια.
Δεν έχω τίποτα.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Δρόμοι της αγάπης

Μου είπες χθες,
πως πέρασε η αγάπη μου 
απ' τον δρόμο.
Λάθος.
Ο δρόμος περνάει από την αγάπη μου.
Κι εγώ, 
Είμαι ο δρόμος!

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Αδεια ζωή

Το καλοκαίρι που κινδύνεψα
να σ'αγαπήσω
ξανά ήρθε.
Μόνο εκείνη η πρωινή αχλή πάνω από τ'αμπέλια
δε ξανά 'ρθε.
Μόνο εκείνα τα ζεστά  απομεσήμερα
δε φάνηκαν.
Μόνο εκείνο το άρωμα του γιασεμιού δεν ήρθε
ν'ακουμπήσει στα παράθυρα.
Μόνο εκείνα τ' άσπρα καραβάκια
δε ξανά 'ρθαν.
Κι εσύ!

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Η ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΒΟΡΙΑ

Κανείς δεν είπε ότι τον γνώριζε.
Δεν είπε κανείς ότι τον είδε.
Κι ας κυνηγούσε ανάμεσα τους με μανία
τα φθινόπωρα,
τις δυνατές βροχές,  τα ηλιοστάσια του ανθρώπινου 
χειμώνα.
Απαρατήρητος περνούσε από μπροστά τους
σαν ψίθυρος μακρινής καμπάνας
σαν μια πνοή που είχε χάσει την ορμή της.

Μόνο τα παιδιά τον έβλεπαν ν'απαγγέλλει
ποιήματα.
Μόνο τα παιδιά τον άκουγαν να ντύνει τους λυγμούς
του κόσμου με τραγούδια.
Απομεινάρι μιας ηλιόλουστης μέρας που γκρέμιζε
κόσμους από κίτρινα φύλλα κι έχτιζε καινούργιους
με μετέωρα φιλιά.
Ένας εύφορος κάμπος που τον αγνοούσαν ολότελα
οι ανάξιοι κηπουροί της οικουμένης.

Μόνο τα παιδιά γνώριζαν την ύπαρξη του.
Γιατί έμπαινε στα όνειρα τους τρέχοντας
και τα πότιζε με δροσερό αέρα.
Γιατί τους έδειχνε και πήγαιναν μαζί
τον δρόμο της Ανοιχτοσύνης.
Γιατί τους χάριζε σαν καραμέλες τις ιδέες του
κι εκείνα τον τιμούσαν κρύβοντας σαν φυλαχτό
το φεγγοβόλο περιτύλιγμα
στις τσέπες τους.

Για να φυγαδεύσει τον εαυτό του,
προσκάλεσε σε δείπνο εκείνους 
που του είχαν αποπλανήσει την Άνοιξη.
Σ'ένα παιχνίδι τρέλας που δεν έλειψε κανείς.
Τους υποδέχτηκαν η φυσαρμόνικα του βοριά 
ένας κήπος κατάφυτος από αγωνίες
κι ένα πένθιμο μαντιλάκι κρεμασμένο
σ' ένα σχοινάκι της αυλής.

Το σπίτι μια πόρτα κι ένα παράθυρο.
Ο ουρανός έλειπε.
Στους τοίχους αποτυπώματα από δάκρυα 
και αμέτρητες συγγνώμες που ζητούσε
απ' τα παιδιά τους.
Δε τους προξένησε εντύπωση το κρύο φαγητό,
το άθλιο κρασί, τα πλαστικά λουλούδια στ' ανθογυάλι.
Επιδόθηκαν σε αστεϊσμούς και χαριεντίσματα
αδιαφορώντας για την απουσία του οικοδεσπότη.

Μόνο τα παιδιά λυπήθηκαν
για την κενή καρέκλα που περίσσευε.
Μόνο τα παιδιά βγήκαν στους δρόμους να τον ψάξουν.

Όταν τον βρήκαν,
είχε σταματήσει να παίζει η φυσαρμόνικα
του βοριά.
Λευκά πανάκια διέσχιζαν τα πέλαγα.
Σκυμμένες γυναίκες τραγουδούσαν στα χωράφια.
Δίπλα του βρέθηκε μια ίριδα και λίγα μεσημβρινά 
υπολείμματα Κυριακής.
Στάθηκε ακατόρθωτο να του πάρουν τον ουρανό
από τα μάτια του.

Ω, παιδιά της αγάπης,
παιδιά της αγάπης του:
Μη πείτε σε κανέναν τι είδατε.
Μη πείτε σε κανέναν τι σας είπε.
Γυρίστε στα σπίτια σας κι οχυρωθείτε.
Γιατί θα έρθουν πάλι οι δυνατές βροχές
και έχουν τελειώσει οριστικά
οι καραμέλες.