Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Τα κοστούμια

Τόσες πόλεις νεκρές.
Τόσοι δρόμοι αδιέξοδοι.
Τόσοι άνθρωποι δυστυχισμένοι.
Κι οι εκκλησίες,
γεμίζουν με χρυσοκέντητα άμφια.
Με καλοραμμένα κοστούμια.
Με ταγιέρ Pierre Cardin
και Coco Shanel αρώματα.
Κυριακές που μοσχομυρίζουν
απλότητα!
Σαν τη δική του.

Ό τι ζήτησα

Τι σου ζήτησα;
Ένα κομμάτι ζεστό ψωμί
που να 'χει τη γεύση της αγάπης.

Τι σου ζήτησα;
Ν'αφήνεις την πόρτα ανοιχτή
'οταν η μέρα σκοτεινιάζει.
Για να 'χω την ψευδαίσθηση
σαν θα γυρίζω βιαστικός απ' τη δουλειά, 
πως στέκεσαι στο κατώφλι μας μπροστά
και περιμένεις.

Τι σου ζήτησα;
Να μ' αφήνεις να σου ποτίζω
τα όνειρα.
Γιατί τα δικά μου, 
τα έχει ο κόσμος 
καταστρέψει.

Χωρίς τίτλο

Δε θα ήξερα ότι έφυγες
αν δεν έβλεπα
το πρωινό μου γαρύφαλλο στο δρόμο
πεταμένο.

Δε θα ήξερα ότι έφυγες
αν δεν φώναζε απ'το κατώφλι του σπιτιού
βοήθεια τ'όνειρο μου.

Δε θα ήξερα ότι έφυγες
αν δεν έβλεπα τις θυσίες μου
μπροστά μου να περνούν
κι αέρα να μαζεύουν.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Χρώμα ζωής

...Κι έπειτα,
ήρθαν εκείνα τα σούρουπα που μ'έμαθαν
να σκοτώνω ηλιοβασιλέματα σε φθινοπωρινούς
περιπάτους.
Για χάρη της ατυχίας,άνοιξαν οι στρυφνές
κάνουλες των ονείρων, στάζοντας σκοτεινούς
καιρούς και ύποπτα σταυροδρόμια.
Ξεσηκώθηκαν οι ντροπαλές λαχτάρες μου ν'αρραβωνιαστούν
πελαγίσιους ανέμους
και Μαϊστράλια του καλοκαιριού και Τραμουντάνες του χειμώνα,
μ'έστειλαν να σηκώνω άγκυρες και να σκουπίζω αμπάρια
αφήνοντας τη καραβίσια μυρωδιά ανενόχλητη να κολλάει επάνω
στα ρούχα μου σαν βδέλλα.

Μαύρες ομίχλες. σπασμένοι ορίζοντες, πλανεύτρες αναλαμπές
και κακοποιημένα αδιάβαστα γράμματα, στοιβάχτηκαν
στης τρικυμίας τα ψημένα κασόνια.
Και μάϊνα το σαμπάνι και βίρα το βαρούλκο,
χάθηκα σε δρόμους κακόφημους.
Λιμάνια αφιλόξενα, μου χάριζαν τιποτένια ενθύμια.
Υπόγεια υγρά, με απλοχεριά μου πρόσφεραν τη γλίτσα τους.
Με ξελόγιαζαν τα φτηνά αρώματα πάνω σε μολυσμένα
κορμιά.
Κάθε ερωτικό μου κύτταρο, βασανιζόταν πάνω σε κρεβάτια 
που ο λυγμός τους έτριζε από έλλειψη αληθινής αγάπης.

Κι έπειτα,
ήρθαν εκείνα τ'ακαθόριστα πένθη.
Άρχισαν να σπάνε γυαλιά μέσα μου.
Χαρακώθηκα από αμέτρητα αθώα ξενύχτια.
Μ'έσκαψαν οι αθώες συναναστροφές του λιμανιού
Και ο επίμονος αθώος βήχας, μου αποκάλυψε θριαμβικά 
τη φυματίωση.
Τα παράθυρα που την είδα να γδύνεται οριστικά 
σφράγισαν.
Ερήμωσαν οι εξώστες των αναμνήσεων
Τα πέντε τετραγωνικά εφήμερης χαράς κάτω από τα πόδια μου 
χάθηκαν.  

Μη με ρωτήσεις φίλε πόσα κακομαθημένα μεσάνυχτα
με κυνήγησαν.
Γιατί  δε παραχώρησα στα όνειρα μου μια αξιόπιστη 
διεύθυνση. 
Γιατί άλλαζα με τόση ευκολία τ' όνομα μου.
Μπούχτισα με θαλασσινές τραγωδίες και με μοναδικό
κέρδος τη ψυχρή μορφή μιας κυράς σε κάποιο απόμερο 
μπορντέλο,
επέστρεψα στα σανατόρια της στεριάς

Τώρα,
που σίγησαν οι φωνές των χρωμάτων
βγαίνω στο προαύλιο του νοσοκομείου και στα κρυφά,
ποτίζω τα νυχτολούλουδα.
Συνομιλώ με σκαραβαίους, πεταλούδες και μέλισσες
για τη πτώση των αξιών στα ερωτικά χρηματιστήρια,
 Για την παρακμή της συντροφικότητας
δίχως να μου λέει κανείς τι ώρα είναι και ποια
εποχή διανύουμε.
Χθες πέρασαν με τα κεφάλια σκυμμένα οι γιατροί.
Θα περάσουν και σήμερα με την ίδια  σύντομη γνωμάτευση
πλην ορισμένων διαφοροποιήσεων στα σημεία στίξης.

<< 'ο τι γκρεμίστηκε γύρω του, οφείλεται στην ιδιοσυστασία
του εδάφους.
ό τι γκρεμίστηκε μέσα του,
οφείλεται στους σκοτεινούς προβολείς της ζωής του>>