Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Χαριστική βολή

Χθες,
αναποδογύρισες το ποτήρι
για να γίνουν λεκέδες τα χρόνια 
που χύθηκαν επάνω μας.
Η ταραχή του απρόοπτου,
έφερε την αντίστροφη μέτρηση.
Άρχισαν πανηγυρικά οι επαναλήψεις 
με λόγια που ακούστηκαν χωρίς τη παλιά τους
φρεσκάδα.
Έντιμες υποσχέσεις, ήχησαν στ' αφτιά μας 
ατιμωτικά.
Οι δρόμοι που διασχίσαμε τρέχοντας,
γέμισαν απορίες κι ερωτήματα.
Μπροστά από τα μάτια μας  περνούσαν
εποχές που ακόμα κι οι πέτρες τραγουδούσαν.
Ειλικρινείς όρκοι ξέπεσαν πάνω σε φτηνές δικαιολογίες.
Μέρες ξανθές παρήλαυναν γερασμένες, αποκαμωμένες
και άχρωμες.
Πανάκριβες στιγμές που έχασαν το βάρος τους,
ηδονικά μας τυραννούσαν.
Αμφισβητήσαμε τον εαυτό μας καθώς παρακολουθούσαμε  
έντρομοι μια κίβδηλη διαδρομή
να φτάνει επιτέλους στο τέρμα της.

Μέχρι που φτάσαμε στον πυροβολισμό
της πρώτης μας συνάντησης, που δεν ακούσαμε.
Στο σημείο της πρώτης χειραψίας που δόθηκε
η χαριστική βολή.
...Που ίσως να την νιώθαμε αν είχαμε δώσει
την πρέπουσα σημασία.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Ζούσε σε μια άγνωστη πόλη χτισμένη 
με τα κρόσσια μιάς μόνιμης καταχνιάς΄
Μιας πόλης σκοτεινών παραθύρων. 
Με δρόμους ποτάμια.
 Χωρίς φανάρια και πινακίδες κατεύθυνσης
που θα οδηγούσε το βούισμα της αθέατης κοσμοσυρροής
στους μαγικούς χορούς, στα πλατώματα ξεχασμένων κήπων.

Το σπίτι του,
ένα κρύο δωμάτιο που τα βαριά φθινόπωρα,
έμπαιναν κι έβγαιναν όποτε ήθελαν.
Δεν υπήρχε χαραμάδα που να μη πέρναγε μπροστά του
ο φόβος, η σιωπή και το μαράζι.
Ένα σκονισμένο τραπέζι,τρεις προδομένες καρέκλες
κι ένα παράθυρο που η θέα του, έβλεπε το εσωτερικό
μιας υπαίθριας κρεβατοκάμαρας που στοίβαζε
μελαγχολικά σούρουπα, πανάκριβα ξέφωτα και όνειρα
παιδικά.

Σε μια γωνία, 
 μια ανταύγεια ξεβαμμένη,
λογομαχούσε με τη σκόνη.
Στην άλλη,
μια οπτασία από μαύρα κουρέλια,
προσευχόταν παραδομένη στη ματαιότητα των θαυμάτων.
Στους τοίχους μια σκιά κόκκινη σαν αίμα,
διακωμωδούσε τα νυχτερινά τριξίματα της πόρτας.
Κι αυτός,
πατώντας πάνω σε ώρες που έγιναν χρόνια,
σημείωνε πάνω στη σκόνη του τραπεζιού,
απόκοσμες διευθύνσεις και ματωμένα ονόματα.

Και το τρένο περνούσε.
Κι έφευγε.
Και σφύριζε διασχίζοντας τα σπλάχνα των μεσονυκτίων 
γεμίζοντας τ'αφτιά του αντίλαλο.
Μάταια προσπαθούσε να βγει απ' το σώμα του
κι ανάλαφρος να τρέξει πίσω από τις δεντροστοιχίες
των ψευδαισθήσεων να προλάβει το τρένο
που τον άφηνε στα βραδινά χωράφια
με δυο αποσκευές στα χέρια γεμάτες ξένες φωνές.
Να επιστρέφει χορτασμένος από ψιθύρους 
κι ανατριχίλα στη σιωπηλή πόλη που έσφυζε από παράθυρα
σκοτεινά.

...Για να καταλήξει πια βαλαντωμένος πάνω στο απόστημα
μιας κρεβατοκάμαρας που δεν ήθελε να σπάσει.
Γέρασε σ'έναν τόπο,
που είχε χάσει τον αέρα του.
Ξόδεψε ένα ολάκερο όνειρο, κυνηγώντας το τρένο 
που δε πρόλαβε ποτέ.
Γιατί ποτέ δε πέρασε έν'αγέρι πάνω από τα φύλλα
των σκούρων χρωμάτων που το θρόισμα τους,
θα του 'λεγε, πως για να κάνει στάση το τρένο στη ζωή του,
θα πρέπει πρώτα εκείνος,
να τοποθετήσει τις γραμμές.





Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

ΑΪ Βασίλης

Όταν μου σπάσανε τ'άλλα παιδιά 
γελώντας, τα παιχνίδια,
δε μίλησα.
Θα περάσεις για μένα σκέφτηκα
πάλι του χρόνου Αϊ Βασίλη.

Πέρασαν απέραντοι καιροί.
Έσβηναν των χρόνων τα φώτα τα παλιά,
και άναβαν στον κόσμο τα καινούργια!
Εσύ όμως
δε ξανά 'ρθες.
Δε ξανά πέρασες ποτέ.
Κι ό,τι δικό σου κράτησα,
είναι κομμάτια μιας πρωτοχρονιάς
στα χέρια μου σπασμένα.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Προσευχή

Θεέ μου,
γύρισε με πάλι στους αφιλόξενους 
δρόμους,
στις βροχές στις κρύες νύχτες.
Γύρισε με στα χρόνια που πείναγα,
στους κήπους των ονείρων που διψούσα.
Γιατί μόνο τότε θα μπορώ με σθένος
να σου πω,
ανάγκη πως δεν σ'έχω.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Θεέ μου

Θεέ μου,
γύρισε με πάλι στους αφιλόξενους 
δρόμους,
στις βροχές στις κρύες νύχτες.
Γύρισε με στα χρόνια που πείναγα,
στα βαριά ''τίποτα'' π'ακροβατούσα.
Γιατί μόνο τότε θα μπορώ με σθένος
να σου πω,
ανάγκη πως δεν σ' έχω.



Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Αφύπνιση

Τα χρόνια εκείνα,
ζούσα σε μια γειτονιά όπου το άρωμα
από τις δαμασκηνιές έμπαινε από την πόρτα
και τα σύννεφα  του Θεού απ'το παράθυρο.
Κάποτε όμως,
πήρα από τους κήπους τα βραδινά τριαντάφυλλα
που τραγουδούσαν, κι έφυγα.
Δε θυμάμαι που πήγα.
Θυμάμαι πως άρχισα να μετρώ τους κόσμους
και τ'ανθρώπινα βάθη που σχημάτιζαν δρόμους νεκρών φύλλων
και πένθιμα μαντηλάκια.
Όταν επέστρεψα,
έφερα μαζί μου τα μεσάνυχτα της καρδιάς μου, 
με μητρώο λευκό.
Είχα πάψει ν'ακούω τα ψέματα που λεν
στις εκκλησίες
κι είχα αφήσει το δέντρο των θαυμάτων
στα παιδικά μου χρόνια αργά να μεγαλώσει.
Μα τώρα που ο κόσμος σταμάτησε να τραγουδά,
μπαίνω σ'ένα δωμάτιο που μυρίζει βροχή
κι από το τίποτα της μέρας 
διαλέγω της νύχτας το μηδέν.
Προτιμώ τις μαύρες ώρες που μπαίνουν τρέχοντας
στα όνειρά μου και τους βάζουν φωτιές.
Και ο χορός αρχίζει πάνω σε μια σκοτεινή ιδέα
που ζωγραφίζει λυγμούς.

Μετά τις οκτώ,
μπαίνω στο παιχνίδι της τρέλας.
Αρχίζει ο τρύγος των παραισθήσεων.
Τα εχθρικά χαμόγελα πλησιάζουν.
Δυναμώνουν οι ψίθυροι.
Φοβισμένος ο ίσκιος μου απομακρύνεται.
Ακόρεστα χέρια με απειλούν.
Πρόσωπα μοχθηρά που πάσχιζα κάποτε
να τ 'ανεβάσω στο επίπεδο της αγάπης,
με λοιδορούν και με κυκλώνουν.

Μετά τις εννέα,
κάποιος θέλει να με βγάλει από το σπίτι
με το ζόρι.
Επιμένει να με χαρίσει  στη σκόνη του αέρα
και με το άγνωστο να σμίξω που καραδοκεί 
να μου πάρει την ταυτότητα και το τελευταίο  ίχνος
απ' το χαμένο μου σόι.

Σ'ένα ρολόι που δεν χτυπά,
οι δείχτες δείχνουν δέκα.
Προτάσεις συμπάθειας δε με συγκινούν πια.
Μπροστά στον αργαλειό των μαύρων στοχασμών,
με στημόνι ώρες κενές και άδειες μέρες για υφάδι,
υφαίνω τις εποχές σας
που ζουν στους τέσσερις τοίχους.
Η ανθοφορία των αναμνήσεων κακοποιήθηκε
από βίαιους ανέμους.
Χαντακώθηκαν νιάτα στην ανεμελιά.
Η αθωότητα βουλιάζει.

Μετά τις έντεκα,
Ο πυρετός ανεβαίνει τις σκάλες, βρίζοντας
το ανοιχτό παράθυρο και τη δροσιά του.
Είμαι μόνος, μέσα σε ρούχα δανεικά.
Με ανήσυχες λέξεις, μάχομαι την παγκόσμια
νύχτα που έρχεται.
Δεν ελπίζω σε θαύματα.
Θέλω να δω τ'ανάστημά σας.
Βοηθήστε με!
Τουλάχιστον να διαψεύσω τους εφιάλτες μου.




Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Όταν θα 'ρθεις

Όταν θα 'ρθεις,
θα σου δείξω γιατί θ'αργήσει τούτος
ο Νοέμβρης να περάσει.
Θα σου δείξω τι ενθύμια μου άφησαν
τα νυχτερινά θεάματα σε τούτα τα κρύα
δωμάτια.
Εδώ θα δεις και θ'ακούσεις,
το πλιάτσικο της πρώτης μου Άνοιξης.
Τον θόρυβο της πτώσης.
Τα χειμωνιάτικα βήματα μιας επιθυμίας
που βάλτωσε.
Εδώ θα νιώσεις
τον φόβο
το ρίγος,
την αλλοτρίωση,
την αφοσίωση της πικρής γεύσης.
Το χειρότερο όμως, θα σου το αφήσω
για το τέλος.
Όταν θα σου δείξω τη φωτογραφία της ζωής μου
που πάνω στο γκρίζο φόντο της,
δεσπόζει η απουσία μου.