Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Από τα ναυτικά χρόνια

Άνοιξε την πόρτα.
Μου λείπουν οι ορίζοντες,
ο υγρός αέρας,
τα σκόρπια αγοραία όνειρα.
Δεν ανήκω εδώ
έχω πολλή θάλασσα στα ρούχα μου
δε θα βουλιάξω στη πλήξη των παροικούντων.
Οι αναλαμπές των φάρων μου γνέφουν
οι ομίχλες με καθοδηγούν
Διευθύνσεις μακρινές με γοητεύουν
Είναι συνήθεια να ξύνω πάνω στο ψωμί
την αλμύρα της.
Υπάρχουν μόνο απουσίες, γράμματα
τσαλακωμένα και θλίψη απέραντη στο σάκο μου. 
Άνοιξε την πόρτα και κράτα τη φωτογραφία
που μου δίνεις.
Θα 'ναι ντροπή να τη μπερδέψω με τις...άλλες>

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Τα λιμάνια

Α, η ζωή μου
στα βροχερά λιμάνια,
με καπνούς μούχλα και μολυσμένα
κορμιά.
Σε πόσα αμπάρια την έκρυψα;
Σε πόσα κύματα την έπνιξα;
Σε τι βούρκο απέραντο την έθαψα
για να πει τόσα
τραγούδια!

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Σ'ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΧΑΣΑΝ

Όταν έφυγε,
φίλοι γείτονες και συγγενείς,
γύρισαν στα σπίτια τους.
Μόνο μια κυρτή σκιά έμεινε
στην άκρη του δρόμου.
Μέχρι που βράδιασε.
Μέχρι που η μια ώρα σκότωνε την άλλη
μ'ευχαρίστηση.
Ήξερε πως θα κάνει χρόνια να γυρίσει.
Ήξερε πως δε θα προλάβει να δει τον γυρισμό του.
Κι όταν άρχισε ν'ανοίγει το μάτι
τ'ουρανού,
πήρε τη μοναξιά της απ'το χέρι κι επέστρεψε
στη νέκρα του έρημου σπιτιού.
και με το μάτι στεγνό,
συγύρισε τη κάμαρα του,
έστρωσε καθαρά σεντόνια στο κρεββάτι του,
σιδέρωσε το μαύρο του πουκάμισο
κι αφού του έφτιαξε τ'αγαπημένο του γλυκό,
κράτησε μια παιδική φωτογραφία του στα στήθια της
και πλάγιασε.
Δίχως λόγους να 'χει άλλους
τα μάτια της μη κλείσει.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ


                   
     Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ


                                      Στις γυναίκες που δεν γνώρισα
                                       Σ'αυτές που μου είπαν όχι
                                        Και σ'αυτές που δε μου άρεσαν.


Εκείνο το βράδυ,
έγδυσα τη ψυχή μου για να σε κρατήσω.
Μπροστά στον κατήφορο της εγκατάλειψης,
έμπηξα τα νύχια μου ματώνοντας τ'ανυποψίαστα
καλοκαίρια που μας χαρίστηκαν.

Μου είπες.
πως είχα πάψει να συγκαταλέγομαι
στις ελλείψεις σου.
Με το βλέμμα στο σκοτεινό φεγγίτη 
έπλεκες αδιάφορη αποχαιρετισμούς.
Ετοιμαζόσουν να με σκοτώσεις σχεδιάζοντας
τη χαριστική βολή.
Κι εγώ,
με το υγρό παράπονο ν' αργοκυλάει 
στο πρόσωπο,
ακροβατούσα ανάμεσα σε χαμογελαστά
ενθύμια,
και μουσικές γεύσεις.

Θυμάσαι;
Σου είχα πει πως ήμουν άστεγος
πριν σε γνωρίσω.
Μου έλειπε ένα κομμάτι κόκκινου ουρανού
κι ένας αχός συμπαντικός
που να μου θυμίζει πως υπάρχω.

Έπινα, μέθαγα στα χάνια, βουτηγμένος 
μέχρι το λαιμό στα φθινόπωρα
αναζητώντας
χρώματα παιδικών χρόνων.
Πάσχιζα να δραπετεύσω από γκρίζα τοπία
και πένθιμα θαμπά πρωινά.
Μέχρι...
Ω, δεν υπάρχει ομορφότερη θύμηση
από τον ερχομό σου!
Με τόσα πράσινα πουλιά πάνω στα χέρια σου!
Με τόση Άνοιξη στο κόκκινο στόμα σου!

Θυμάσαι;
Εκτεθήκαμε σε κοινή θέα.
Εκεί στη μέση του δρόμου.
Εκεί που κόπηκαν οι ανάσες
κι άρχισε ο χορός της γοητείας
με φιγούρες ερωτικές! 
Θυμάσαι;
Αυθόρμητη η συμμετοχή του κόσμου.
Η κυκλοφορία σταμάτησε.
Κι εμείς χορεύαμε. Χορεύαμε ξαναμμένοι
χορεύαμε. Στη καυτή άσφαλτο χορεύαμε.
Μέχρι, που βγήκε καπνός από τα ρούχα μας.
Μέχρι που πήραν τα πόδια μας φωτιά.
Μέχρι που κάηκε ο κόσμος.
Μέχρι που σ'άρπαξα και χαθήκαμε
μπροστά από τα έκπληκτα βλέμματα
του ήλιου
διασχίζοντας πέλαγα, οροσειρές, άσπρα νησιά
ηφαίστεια κι αμπέλια.

Από τότε,
δε ξέρω αν πέρασαν μέρες, χρόνια, αιώνες.
Αν ο γαλαξίας που κέρδισες
με βαρέθηκε.
Δε ξέρω γιατί στο σπίτι μας
δεν άλλαξαν θέση οι σκιές,
δε πέρασαν ποτέ τα περιστέρια.

Πες μου αν θες:
πως μπόρεσες να ζήσεις ανάμεσα σε άγνωστα
πράγματα; 
Γιατί άφησες τους χειμώνες να μπαίνουν
με φόρα στις φλέβες σου;
Για να καταλήξεις στο τέλος να μιλάς 
με σύντομες χειρονομίες
και σκοτεινά νοήματα.

Ξόδεψες τα ωραιότερα χρόνια περιμένοντας
στο κατώφλι
το άγνωστο όνειρο
που δεν ήρθε.
Θυσιάστηκες για μιαν αμφίβολη σταγόνα
ανθρώπινης ευτυχίας
που δυστυχώς αγάπη μου,
δεν έσταξε.



Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Ζητείται ανθρώπινη γωνιά

Έρχομαι,
από τη γειτονιά της Μαρίας
που άνοιγε κάθε πρωί τα παράθυρά της,
αφήνοντας τη πρωινή δροσιά να της ποτίσει
τα όνειρα
που ήθελαν να φύγουν.

Έρχομαι,
από τη γειτονιά της Ισμήνης, 
που έβγαινε τα γλυκά σούρουπα
στην αυλή και τραγουδούσε
κι άρχιζε να μοσχομυρίζει ο υάκινθος
κι ο Τάσος με κρυφές ματιές, ζωγράφιζε
κύματα κι έπινε μοναχός του.

Έρχομαι,
από τα σπίτια που ζούσαν οι μενεξέδες 
φορτωμένος φλόγες, ασβέστη και χρώματα.
Και δε θ'αφήσω να με αγγίξουν τ'απόρθητα
σιωπηλά μεγαλεία σας.
Πρόσωπα σκοτεινά μάτια ανέκφραστα.
Γιατί έρχομαι από γειτονιές που πάνω
σ'ένα σχοινάκι στη μέση του δρόμου,
γυναίκες αχτένιστες
άπλωναν ασπρόρουχα
κι αρκούσε ένας στεναγμός ερωτικός
για να στεγνώσουν.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Το παιδί που θα 'ρθει

Μ' αρέσεις, γιατί αρέσεις στο παιδί που θα 'ρθει.
Θέλω να είμαι μαζί σου
γιατί αυτό θέλει το παιδί που θα 'ρθει.
Το παιδί που θα 'ρθει,
μου επιβάλλει τα θέλω του.
Και πως να πω όχι
στο παιδί μου;

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Η ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ

Ήταν ένας περίπατος Κυριακής
σ'ένα δρόμο πλατύ που πήγαινε λοξά.
Τον εμπιστευτήκαμε και προχωρήσαμε
ανέμελα μαζί του.
Μα εκείνος πήγαινε λοξώτερα
ώσπου στο τέλος μας έβγαλε στην άκρη
του γκρεμού.
Συγκεντρωθήκαμε θυμάμαι να πάρουμε
μιαν απόφαση: Ή θα προχωρούσαμε μπροστά,
ή θα γυρίζαμε πίσω.
Μεταξύ διαφωνιών και αντεκλήσεων
πάρθηκε η απόφαση να γυρίσουμε
 στα σπίτια μας.
Ήταν Δευτέρα όταν επιστρέψαμε στις δουλειές μας
για να βουλιάξουμε όπως πάντα,
στη καθημερινότητα μιας πλάνης.
Ορισμένοι έκαναν δικές τους δουλειές
και πέτυχαν περισσότερα απ' τους άλλους.
Με τον καιρό, κάναμε παιδιά, τα μεγαλώσαμε,
τα σπουδάσαμε κι ευτυχήσαμε να τα δούμε
να προκόβουν.
Πέρασαν χρόνια.
Γεράσαμε.
Μα κάθε φορά που ανταμώνουμε τυχαία,
ένα ερώτημα διαγράφεται στα μάτια μας
βασανιστικά:
Αν τότε,
σ'εκείνο το χείλος του γκρεμού,
πήραμε τη σωστή
απόφαση.

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Χθες,
καθώς συνομιλούσα με το άρωμα που άφησε
το πέρασμα σου,
τ' αποφάσισα
έφυγα γιατί ήταν δύσκολο να σηκώσω στους ώμους μου
την αγάπη σου.
Ω, η αγάπη σου! Αυτή η αγάπη σου που κουρέλιασε
της ζωής μου το μέτρο.
Αυτή η ορμητική αγάπη σου που σήκωσε θύελλες 
σε πέλαγα και στεριές ακρωτηριάζοντας αγαπημένες
συνήθειες.
Έφυγα! Τ'ακούς;
αφήνοντας πίσω μου παραμορφωμένα τοπία,
δέντρα γυμνά, πεσμένα τηλεγραφόξυλα και μικροπράγματα
που ήσαν αθεράπευτα μαζί μου δεμένα.
Ξέχασε με αγαπημένη.
Αλλά μη ξεχάσεις τα σιωπηλά σούρουπα
να ποτίζεις τα παρτέρια στους κήπους των ρόδων μου.
Μη ξεχάσεις ν'ανοίξεις τ'ανατολικά μου παράθυρα
και μην αρνηθείς το φως της αυγής να σ'αγκαλιάσει.
Στο μεσημεριανό τραπέζι μη ξεχάσεις αγαπημένη να βάλεις
πρώτα το ψωμί που ζύμωσα με τα χέρια μου.
Μη χαραμίσεις τα Σαββατόβραδα προσφέροντας δάκρυα 
στον ίσκιο της απουσίας.
Κράτα γεμάτο το κανάτι με το κόκκινο κρασί της Κυριακής.
Ένας άλλος, ξεκίνησε ήδη το ταξίδι του κι έρχεται
να σου χτυπήσει την πόρτα.
Εμένα ξέχασε με αγαπημένη.
Μη βγεις να με ψάξεις.
Μη τρέξεις πίσω από τη σκόνη που οι λαχτάρες μου
σήκωσαν.
Κάποιος μέσα στις φλέβες μου, τρέχει πιο γρήγορα
από σένα.
Κράτα την τέφρα των αναμνήσεων και προχώρα.
Εγώ κουράστηκα ν' αρμενίζω πίσω από τζάμια θολά.
Κουράστηκα να καλπάζω πάνω στη καθημερινότητα
ενός ξένου δωματίου
Μπούχτισα από ένα μουντό πρατήριο ονείρων
ν'αγοράζω ιδιωτικές νύχτες που όνειρα τσαλακώνουν.
Αγαπημένη, για τη παλιά μου ζωή θα σου μιλήσω τώρα. 
Άκου:
Εκτροχιάστηκα ανάμεσα σε δύο αιώνες κι ο ποταμός
του χρόνου, με ξέβρασε σε μιαν απόκοσμη όχθη
όπου άνθρωποι και σκιές, έστεκαν πλάι πλάι σε ατελείωτες
ουρές περιμένοντας ν'αγοράσουν ημέρες από ένα μέλλον
διαλυμένο. Μουρμουρίζοντας διαρκώς λέξεις ακατανόητες
που έσταζαν μία περίεργη γεύση.
Θα σου μιλήσω για τα όνειρά μου που  έσερνα στις ετήσιες
δεξιώσεις των ανέμων και χωρίς τύψεις, τα παρέδιδα 
σ'έναν βραδινό αέρινο χορό κίτρινων φύλλων.
Χωρίς να τα λυπηθώ.
Χωρίς να περιθάλψω τα βαθιά τους τραύματα,
αφήνοντας τα έρμαια ενός πλήθους που ο πάταγος
της μοναξιάς τους, τους φώναζε: βοήθεια.

Ναι αγαπημένη,
έτσι έζησα.
Ξοδεύοντας μια ζωή γεμάτη οδοφράγματα.
Ανάμεσα στο όχι, στο μη, στο ποτέ, στο ίσως και στο δεν.
Πόσα πηγάδια δε μ'έπνιξαν στους δρόμους που πέρασα;
Πόσα πέλαγα θυμωμένα δεν έχασαν το στοίχημα με μένα;
Έτσι έζησα αγαπημένη! Έτσι.
Με τον εξαίσιο ήχο της ζωής να μου φυσάει 
τα χρώματα στις πόλεις, στα βουνά, στ' απέραντα δάση.
Κι εγώ, 
με τη ρετσινάτη μυρωδιά των πεύκων στα ρούχα μου,
τόλμησα να βαδίσω στις άγνωστες λεωφόρους των καιρών.

Συγχώρα με αγαπημένη.
Και γράμματα μη περιμένεις να σου στείλω.
Εγώ,
ακόμη και τώρα,
κυνηγάω να πιάσω
τον εαυτό μου.