Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Από τα ναυτικά χρόνια

Μου είχες πει,
πως με κάποιο γράμμα σου,
θα στείλεις τα πιο ζεστά φιλιά σου.
Από τότε,
τα βήματα του ταχυδρόμου δε σταμάτησαν
ποτέ στη πόρτα μου.
Μονάχα τις νύχτες έρχονται και σταματούν
επάνω στην καρδιά μου.
Και...σταματάει κι εκείνη!

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Το εισιτήριο

Δεν είναι που έφυγες.
Είναι που αυτή η καταραμένη συνήθεια,
με βγάζει τα κρύα σούρουπα στο κατώφλι
ν' αγναντεύω όπως τότε πέρα στη δημοσιά
τον ερχομό σου.
Είναι που αν τρέξω,
δε θα 'χω ποιον να προϋπαντήσω.
Είναι που χωρίς αποδέκτη,
τ' αγαπημένα λόγια που θα πω,
θα πέσουν κατάπληκτα στο χώμα.
Στον έρημο δρόμο.
Κι' είναι βαριά.
Είναι ασήκωτα να τα γυρίσω
γεμάτα από τραύματα
στο άδειο σπίτι.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Χαριστική βολή

Χθες,
αναποδογύρισες το ποτήρι
για να γίνουν λεκέδες τα χρόνια 
που χύθηκαν επάνω μας.
Η ταραχή του απρόοπτου,
έφερε την αντίστροφη μέτρηση.
Άρχισαν πανηγυρικά οι επαναλήψεις 
με λόγια που ακούστηκαν χωρίς τη παλιά τους
φρεσκάδα.
Έντιμες υποσχέσεις, ήχησαν στ' αφτιά μας 
ατιμωτικά.
Οι δρόμοι που διασχίσαμε τρέχοντας,
γέμισαν απορίες κι ερωτήματα.
Μπροστά από τα μάτια μας  περνούσαν
εποχές που ακόμα κι οι πέτρες τραγουδούσαν.
Ειλικρινείς όρκοι ξέπεσαν πάνω σε φτηνές δικαιολογίες.
Μέρες ξανθές παρήλαυναν γερασμένες, αποκαμωμένες
και άχρωμες.
Πανάκριβες στιγμές που έχασαν το βάρος τους,
ηδονικά μας τυραννούσαν.
Αμφισβητήσαμε τον εαυτό μας καθώς παρακολουθούσαμε  
έντρομοι μια κίβδηλη διαδρομή
να φτάνει επιτέλους στο τέρμα της.

Μέχρι που φτάσαμε στον πυροβολισμό
της πρώτης μας συνάντησης, που δεν ακούσαμε.
Στο σημείο της πρώτης χειραψίας που δόθηκε
η χαριστική βολή.
...Που ίσως να την νιώθαμε αν είχαμε δώσει
την πρέπουσα σημασία.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Ζούσε σε μια άγνωστη πόλη χτισμένη 
με τα κρόσσια μιάς μόνιμης καταχνιάς΄
Μιας πόλης σκοτεινών παραθύρων. 
Με δρόμους ποτάμια.
 Χωρίς φανάρια και πινακίδες κατεύθυνσης
που θα οδηγούσε το βούισμα της αθέατης κοσμοσυρροής
στους μαγικούς χορούς, στα πλατώματα ξεχασμένων κήπων.

Το σπίτι του,
ένα κρύο δωμάτιο που τα βαριά φθινόπωρα,
έμπαιναν κι έβγαιναν όποτε ήθελαν.
Δεν υπήρχε χαραμάδα που να μη πέρναγε μπροστά του
ο φόβος, η σιωπή και το μαράζι.
Ένα σκονισμένο τραπέζι,τρεις προδομένες καρέκλες
κι ένα παράθυρο που η θέα του, έβλεπε το εσωτερικό
μιας υπαίθριας κρεβατοκάμαρας που στοίβαζε
μελαγχολικά σούρουπα, πανάκριβα ξέφωτα και όνειρα
παιδικά.

Σε μια γωνία, 
 μια ανταύγεια ξεβαμμένη,
λογομαχούσε με τη σκόνη.
Στην άλλη,
μια οπτασία από μαύρα κουρέλια,
προσευχόταν παραδομένη στη ματαιότητα των θαυμάτων.
Στους τοίχους μια σκιά κόκκινη σαν αίμα,
διακωμωδούσε τα νυχτερινά τριξίματα της πόρτας.
Κι αυτός,
πατώντας πάνω σε ώρες που έγιναν χρόνια,
σημείωνε πάνω στη σκόνη του τραπεζιού,
απόκοσμες διευθύνσεις και ματωμένα ονόματα.

Και το τρένο περνούσε.
Κι έφευγε.
Και σφύριζε διασχίζοντας τα σπλάχνα των μεσονυκτίων 
γεμίζοντας τ'αφτιά του αντίλαλο.
Μάταια προσπαθούσε να βγει απ' το σώμα του
κι ανάλαφρος να τρέξει πίσω από τις δεντροστοιχίες
των ψευδαισθήσεων να προλάβει το τρένο
που τον άφηνε στα βραδινά χωράφια
με δυο αποσκευές στα χέρια γεμάτες ξένες φωνές.
Να επιστρέφει χορτασμένος από ψιθύρους 
κι ανατριχίλα στη σιωπηλή πόλη που έσφυζε από παράθυρα
σκοτεινά.

...Για να καταλήξει πια βαλαντωμένος πάνω στο απόστημα
μιας κρεβατοκάμαρας που δεν ήθελε να σπάσει.
Γέρασε σ'έναν τόπο,
που είχε χάσει τον αέρα του.
Ξόδεψε ένα ολάκερο όνειρο, κυνηγώντας το τρένο 
που δε πρόλαβε ποτέ.
Γιατί ποτέ δε πέρασε έν'αγέρι πάνω από τα φύλλα
των σκούρων χρωμάτων που το θρόισμα τους,
θα του 'λεγε, πως για να κάνει στάση το τρένο στη ζωή του,
θα πρέπει πρώτα εκείνος,
να τοποθετήσει τις γραμμές.





Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

ΑΪ Βασίλης

Όταν μου σπάσανε τ'άλλα παιδιά 
γελώντας, τα παιχνίδια,
δε μίλησα.
Θα περάσεις για μένα σκέφτηκα
πάλι του χρόνου Αϊ Βασίλη.

Πέρασαν απέραντοι καιροί.
Έσβηναν των χρόνων τα φώτα τα παλιά,
και άναβαν στον κόσμο τα καινούργια!
Εσύ όμως
δε ξανά 'ρθες.
Δε ξανά πέρασες ποτέ.
Κι ό,τι δικό σου κράτησα,
είναι κομμάτια μιας πρωτοχρονιάς
στα χέρια μου σπασμένα.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Προσευχή

Θεέ μου,
γύρισε με πάλι στους αφιλόξενους 
δρόμους,
στις βροχές στις κρύες νύχτες.
Γύρισε με στα χρόνια που πείναγα,
στους κήπους των ονείρων που διψούσα.
Γιατί μόνο τότε θα μπορώ με σθένος
να σου πω,
ανάγκη πως δεν σ'έχω.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Θεέ μου

Θεέ μου,
γύρισε με πάλι στους αφιλόξενους 
δρόμους,
στις βροχές στις κρύες νύχτες.
Γύρισε με στα χρόνια που πείναγα,
στα βαριά ''τίποτα'' π'ακροβατούσα.
Γιατί μόνο τότε θα μπορώ με σθένος
να σου πω,
ανάγκη πως δεν σ' έχω.



Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Αφύπνιση

Τα χρόνια εκείνα,
ζούσα σε μια γειτονιά όπου το άρωμα
από τις δαμασκηνιές έμπαινε από την πόρτα
και τα σύννεφα  του Θεού απ'το παράθυρο.
Κάποτε όμως,
πήρα από τους κήπους τα βραδινά τριαντάφυλλα
που τραγουδούσαν, κι έφυγα.
Δε θυμάμαι που πήγα.
Θυμάμαι πως άρχισα να μετρώ τους κόσμους
και τ'ανθρώπινα βάθη που σχημάτιζαν δρόμους νεκρών φύλλων
και πένθιμα μαντηλάκια.
Όταν επέστρεψα,
έφερα μαζί μου τα μεσάνυχτα της καρδιάς μου, 
με μητρώο λευκό.
Είχα πάψει ν'ακούω τα ψέματα που λεν
στις εκκλησίες
κι είχα αφήσει το δέντρο των θαυμάτων
στα παιδικά μου χρόνια αργά να μεγαλώσει.
Μα τώρα που ο κόσμος σταμάτησε να τραγουδά,
μπαίνω σ'ένα δωμάτιο που μυρίζει βροχή
κι από το τίποτα της μέρας 
διαλέγω της νύχτας το μηδέν.
Προτιμώ τις μαύρες ώρες που μπαίνουν τρέχοντας
στα όνειρά μου και τους βάζουν φωτιές.
Και ο χορός αρχίζει πάνω σε μια σκοτεινή ιδέα
που ζωγραφίζει λυγμούς.

Μετά τις οκτώ,
μπαίνω στο παιχνίδι της τρέλας.
Αρχίζει ο τρύγος των παραισθήσεων.
Τα εχθρικά χαμόγελα πλησιάζουν.
Δυναμώνουν οι ψίθυροι.
Φοβισμένος ο ίσκιος μου απομακρύνεται.
Ακόρεστα χέρια με απειλούν.
Πρόσωπα μοχθηρά που πάσχιζα κάποτε
να τ 'ανεβάσω στο επίπεδο της αγάπης,
με λοιδορούν και με κυκλώνουν.

Μετά τις εννέα,
κάποιος θέλει να με βγάλει από το σπίτι
με το ζόρι.
Επιμένει να με χαρίσει  στη σκόνη του αέρα
και με το άγνωστο να σμίξω που καραδοκεί 
να μου πάρει την ταυτότητα και το τελευταίο  ίχνος
απ' το χαμένο μου σόι.

Σ'ένα ρολόι που δεν χτυπά,
οι δείχτες δείχνουν δέκα.
Προτάσεις συμπάθειας δε με συγκινούν πια.
Μπροστά στον αργαλειό των μαύρων στοχασμών,
με στημόνι ώρες κενές και άδειες μέρες για υφάδι,
υφαίνω τις εποχές σας
που ζουν στους τέσσερις τοίχους.
Η ανθοφορία των αναμνήσεων κακοποιήθηκε
από βίαιους ανέμους.
Χαντακώθηκαν νιάτα στην ανεμελιά.
Η αθωότητα βουλιάζει.

Μετά τις έντεκα,
Ο πυρετός ανεβαίνει τις σκάλες, βρίζοντας
το ανοιχτό παράθυρο και τη δροσιά του.
Είμαι μόνος, μέσα σε ρούχα δανεικά.
Με ανήσυχες λέξεις, μάχομαι την παγκόσμια
νύχτα που έρχεται.
Δεν ελπίζω σε θαύματα.
Θέλω να δω τ'ανάστημά σας.
Βοηθήστε με!
Τουλάχιστον να διαψεύσω τους εφιάλτες μου.




Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Όταν θα 'ρθεις

Όταν θα 'ρθεις,
θα σου δείξω γιατί θ'αργήσει τούτος
ο Νοέμβρης να περάσει.
Θα σου δείξω τι ενθύμια μου άφησαν
τα νυχτερινά θεάματα σε τούτα τα κρύα
δωμάτια.
Εδώ θα δεις και θ'ακούσεις,
το πλιάτσικο της πρώτης μου Άνοιξης.
Τον θόρυβο της πτώσης.
Τα χειμωνιάτικα βήματα μιας επιθυμίας
που βάλτωσε.
Εδώ θα νιώσεις
τον φόβο
το ρίγος,
την αλλοτρίωση,
την αφοσίωση της πικρής γεύσης.
Το χειρότερο όμως, θα σου το αφήσω
για το τέλος.
Όταν θα σου δείξω τη φωτογραφία της ζωής μου
που πάνω στο γκρίζο φόντο της,
δεσπόζει η απουσία μου.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Για μια γυναίκα

Γι'αυτό αγαπώ τους δρόμους.
Γιατί από παλιό σου πέρασμα, κράτησαν
τ'άρωμά σου.

Γι' αυτό αγαπώ τους ανέμους.
Γιατί φέρνουν τη χροιά της φωνής σου,
στις γρίλιες των παραθύρων μου.

Γι' αυτό αγαπώ την Άνοιξη.
Γιατί μου επιστρέφει τα χρώματα
που μου στέρησες.

Γι' αυτό αγαπώ τους σταθμούς, τα τρένα.
Γιατί φεύγουν κι έρχονται για 'κείνους
που ελπίζουν.

Γι' αυτό αγαπώ τη βροχή.
Γιατί μου θυμίζει πως αξίζει
για μια γυναίκα
ένας άντρας να δακρύζει.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Ερωτικό

Σου είχα πει,
να μη βιαστείς, σε μας ο χρόνος περιμένει.
Σου είχα πει,
να μη βιαστείς κι ας κοίταζα επίμονα
την πόρτα του σταθμού.
Κι ύστερα...
Ο πόνος στο στήθος ήρθε γρήγορα.
Ό κόσμος άρχισε να φωνάζει: γρήγορα.
Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα.
Όλα γύρω μου, θόλωσαν γρήγορα.
...Γιατί αγάπη μου άργησες;

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Τη δίψασα τόσο,
όσο ένα ποτήρι δροσερό νερό
που δε μπόρεσα ποτέ ν'αγγίξω.
Άλλαξαν οι καιροί.
Άλλαξε πολλά χέρια το ποτήρι.
Κι ένα ζεστό μεσονύχτι,
γλίστρησε από το χέρι κάποιου Νορβηγού,
κι έπεσε.
Έγινε κομμάτια.
Μα όλο το δροσερό νερό,
χύθηκε επάνω στη καρδιά μου.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ξένη εβδομάδα

ΚΥΡΙΑΚΗ

Ώρα που ραγίζουν τα κρύσταλλα.
Ακόμα μοσχομυρίζουν της νύχτας 
τ'αναφιλητά.
Όσο κι αν έψαξε,
δε βρήκε ένα όνειρο που να εφάπτεται
με την πραγματικότητα.
ολόγυρα του χόρευαν ξεδιάντροπα
οι ψευδαισθήσεις
κι αυτός...χειροκροτούσε.

ΔΕΥΤΕΡΑ

Στόμα πικρό βαριά τσιγάρα.
Οι πιο όμορφες αναμνήσεις σκοτώθηκαν
πίσω από χειμωνιάτικα τζάμια.
Είδε τη ζωή του να τρέχει με τις πρωινές
εφημερίδες,
στις αφετηρίες των αστικών λεωφορείων.
Οι θέσεις σε παράθυρο,
του έδειχναν πάντα που σκότωναν
τα παιδικά του όνειρα 
τον χρόνο τους.

ΤΡΙΤΗ

Τον είχαν άχτι τα πλήκτρα της.
Οι ώρες της,
έσταζαν φαρμάκι στα ρούχα του,
δημιουργώντας λεκέδες απόγνωσης.
Που να πάει;
Που να σταθεί;
του είχε απαγορεύσει η εμπιστοσύνη
ν'αγκαλιάζει τους ανθρώπους.
Για να ξεφύγει από την ήττα του δειλινού,
κρύφτηκε στα δυτικά προάστια,
σ'ένα καφενείο που δε χωρούσε.

ΤΕΤΑΡΤΗ

Έξω σκουριά λάσπη και αδιαφορία.
Άργησε η αγάπη και το ποτήρι γέμισε 
με άδεια χρόνια.
Διάλεξε μια ώρα σιωπηλή για να διακοσμήσει
το πέτο του,
κι έφυγε.
Τον κατάπιε το εργοστάσιο.
Η ρουτίνα.
Ο μόχθος.
το χειροκρότημα της αποτυχίας.

ΠΕΜΠΤΗ

Άνοιξε τα παράθυρα.
Χλωμό πρωινό.
Σιωπή.
Καμιά υπόμνηση πόνου.
Μυρωδιά βροχής.
Πως γέμισε ο δρόμος με τόσο ξεπεσμένο
αέρα;
Ώρα να βγει να κυνηγήσει 
υπερτιμημένα μηδενικά.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Πλύθηκε από συνήθεια.
Ο άνεμος στα παράθυρα ούρλιαζε τα ξένα
μυστικά του.
Είδε τα πράγματά του να κλαίνε.
Πάνω στο τραπέζι, ένα κομμάτι ψωμί
κι ένα γράμμα από εκείνη που του μίλησε
κάποτε γι άγάπη.
Μια εκδρομή στις γκρίζες πολιτείες ματαιώθηκε.
Ασφυξία.
Πλήξη.
Έτριβε τα χέρια της η τραγωδία.

ΣΑΒΒΑΤΟ

Ατάραχο πρωινό
Άκουσε χαμογελώντας τα βήματα του Θεού
ν'απομακρύνονται.
Οι σκιές, πέρασαν απ' τον καθρέφτη και του 'στειλαν
χαιρετίσματα.
Όλη τη νύχτα, ζωγράφιζε ανθρωπάκια
για να μπορέσουν να γεννηθούν παιδιά
δίχως να γνωρίσουν τη μοναξιά του κόσμου.
Καταδικάστηκε ωστόσο από το πεπρωμένο του
για εσχάτη προδοσία.
Βράδυ Σαββάτου κι αυτός,
απλός θεατής μιας ξένης εβδομάδας.




Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Η πεντάμορφη των χρωμάτων

Ήταν ένα φύσημα ζωής το πέρασμα της.
Και όμως,
εποχές και ονείρατα, σήμαναν 
την ώρα των ωρών.
Ταλαντώθηκαν οι αυτοκρατορίες
των αισθήσεων.
Αφοσιωμένες αγαπητικές,
αναλήφθηκαν με την σκόνη που σήκωσε
ο χορός των εκπλήξεων.

Οι κρυφές ματιές ανήμπορες ν' αντιδράσουν
επισήμως καθιερώθηκαν.
Σείστηκε το στερέωμα των θείων πραγμάτων
όταν στο αχανές της αγάπης ξαμολυθήκαμε.
Τραφήκαμε με χαιρετίσματα καλοκαιριών
πίνοντας τη δροσιά πέντε ανέμων.

Όταν έφυγε.
παρηγορήθηκα πλάι στους κρυφούς
έρωτες μιας ανεμώνας.
Ίσως να έχασα τον κόσμο.
Κέρδισα όμως το φύσημα.

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Από τα ναυτικά χρόνια

Άνοιξε την πόρτα.
Μου λείπουν οι ορίζοντες,
ο υγρός αέρας,
τα σκόρπια αγοραία όνειρα.
Δεν ανήκω εδώ
έχω πολλή θάλασσα στα ρούχα μου
δε θα βουλιάξω στη πλήξη των παροικούντων.
Οι αναλαμπές των φάρων μου γνέφουν
οι ομίχλες με καθοδηγούν
Διευθύνσεις μακρινές με γοητεύουν
Είναι συνήθεια να ξύνω πάνω στο ψωμί
την αλμύρα της.
Υπάρχουν μόνο απουσίες, γράμματα
τσαλακωμένα και θλίψη απέραντη στο σάκο μου. 
Άνοιξε την πόρτα και κράτα τη φωτογραφία
που μου δίνεις.
Θα 'ναι ντροπή να τη μπερδέψω με τις...άλλες>

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Τα λιμάνια

Α, η ζωή μου
στα βροχερά λιμάνια,
με καπνούς μούχλα και μολυσμένα
κορμιά.
Σε πόσα αμπάρια την έκρυψα;
Σε πόσα κύματα την έπνιξα;
Σε τι βούρκο απέραντο την έθαψα
για να πει τόσα
τραγούδια!

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Σ'ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΧΑΣΑΝ

Όταν έφυγε,
φίλοι γείτονες και συγγενείς,
γύρισαν στα σπίτια τους.
Μόνο μια κυρτή σκιά έμεινε
στην άκρη του δρόμου.
Μέχρι που βράδιασε.
Μέχρι που η μια ώρα σκότωνε την άλλη
μ'ευχαρίστηση.
Ήξερε πως θα κάνει χρόνια να γυρίσει.
Ήξερε πως δε θα προλάβει να δει τον γυρισμό του.
Κι όταν άρχισε ν'ανοίγει το μάτι
τ'ουρανού,
πήρε τη μοναξιά της απ'το χέρι κι επέστρεψε
στη νέκρα του έρημου σπιτιού.
και με το μάτι στεγνό,
συγύρισε τη κάμαρα του,
έστρωσε καθαρά σεντόνια στο κρεββάτι του,
σιδέρωσε το μαύρο του πουκάμισο
κι αφού του έφτιαξε τ'αγαπημένο του γλυκό,
κράτησε μια παιδική φωτογραφία του στα στήθια της
και πλάγιασε.
Δίχως λόγους να 'χει άλλους
τα μάτια της μη κλείσει.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ


                   
     Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ


                                      Στις γυναίκες που δεν γνώρισα
                                       Σ'αυτές που μου είπαν όχι
                                        Και σ'αυτές που δε μου άρεσαν.


Εκείνο το βράδυ,
έγδυσα τη ψυχή μου για να σε κρατήσω.
Μπροστά στον κατήφορο της εγκατάλειψης,
έμπηξα τα νύχια μου ματώνοντας τ'ανυποψίαστα
καλοκαίρια που μας χαρίστηκαν.

Μου είπες.
πως είχα πάψει να συγκαταλέγομαι
στις ελλείψεις σου.
Με το βλέμμα στο σκοτεινό φεγγίτη 
έπλεκες αδιάφορη αποχαιρετισμούς.
Ετοιμαζόσουν να με σκοτώσεις σχεδιάζοντας
τη χαριστική βολή.
Κι εγώ,
με το υγρό παράπονο ν' αργοκυλάει 
στο πρόσωπο,
ακροβατούσα ανάμεσα σε χαμογελαστά
ενθύμια,
και μουσικές γεύσεις.

Θυμάσαι;
Σου είχα πει πως ήμουν άστεγος
πριν σε γνωρίσω.
Μου έλειπε ένα κομμάτι κόκκινου ουρανού
κι ένας αχός συμπαντικός
που να μου θυμίζει πως υπάρχω.

Έπινα, μέθαγα στα χάνια, βουτηγμένος 
μέχρι το λαιμό στα φθινόπωρα
αναζητώντας
χρώματα παιδικών χρόνων.
Πάσχιζα να δραπετεύσω από γκρίζα τοπία
και πένθιμα θαμπά πρωινά.
Μέχρι...
Ω, δεν υπάρχει ομορφότερη θύμηση
από τον ερχομό σου!
Με τόσα πράσινα πουλιά πάνω στα χέρια σου!
Με τόση Άνοιξη στο κόκκινο στόμα σου!

Θυμάσαι;
Εκτεθήκαμε σε κοινή θέα.
Εκεί στη μέση του δρόμου.
Εκεί που κόπηκαν οι ανάσες
κι άρχισε ο χορός της γοητείας
με φιγούρες ερωτικές! 
Θυμάσαι;
Αυθόρμητη η συμμετοχή του κόσμου.
Η κυκλοφορία σταμάτησε.
Κι εμείς χορεύαμε. Χορεύαμε ξαναμμένοι
χορεύαμε. Στη καυτή άσφαλτο χορεύαμε.
Μέχρι, που βγήκε καπνός από τα ρούχα μας.
Μέχρι που πήραν τα πόδια μας φωτιά.
Μέχρι που κάηκε ο κόσμος.
Μέχρι που σ'άρπαξα και χαθήκαμε
μπροστά από τα έκπληκτα βλέμματα
του ήλιου
διασχίζοντας πέλαγα, οροσειρές, άσπρα νησιά
ηφαίστεια κι αμπέλια.

Από τότε,
δε ξέρω αν πέρασαν μέρες, χρόνια, αιώνες.
Αν ο γαλαξίας που κέρδισες
με βαρέθηκε.
Δε ξέρω γιατί στο σπίτι μας
δεν άλλαξαν θέση οι σκιές,
δε πέρασαν ποτέ τα περιστέρια.

Πες μου αν θες:
πως μπόρεσες να ζήσεις ανάμεσα σε άγνωστα
πράγματα; 
Γιατί άφησες τους χειμώνες να μπαίνουν
με φόρα στις φλέβες σου;
Για να καταλήξεις στο τέλος να μιλάς 
με σύντομες χειρονομίες
και σκοτεινά νοήματα.

Ξόδεψες τα ωραιότερα χρόνια περιμένοντας
στο κατώφλι
το άγνωστο όνειρο
που δεν ήρθε.
Θυσιάστηκες για μιαν αμφίβολη σταγόνα
ανθρώπινης ευτυχίας
που δυστυχώς αγάπη μου,
δεν έσταξε.



Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Ζητείται ανθρώπινη γωνιά

Έρχομαι,
από τη γειτονιά της Μαρίας
που άνοιγε κάθε πρωί τα παράθυρά της,
αφήνοντας τη πρωινή δροσιά να της ποτίσει
τα όνειρα
που ήθελαν να φύγουν.

Έρχομαι,
από τη γειτονιά της Ισμήνης, 
που έβγαινε τα γλυκά σούρουπα
στην αυλή και τραγουδούσε
κι άρχιζε να μοσχομυρίζει ο υάκινθος
κι ο Τάσος με κρυφές ματιές, ζωγράφιζε
κύματα κι έπινε μοναχός του.

Έρχομαι,
από τα σπίτια που ζούσαν οι μενεξέδες 
φορτωμένος φλόγες, ασβέστη και χρώματα.
Και δε θ'αφήσω να με αγγίξουν τ'απόρθητα
σιωπηλά μεγαλεία σας.
Πρόσωπα σκοτεινά μάτια ανέκφραστα.
Γιατί έρχομαι από γειτονιές που πάνω
σ'ένα σχοινάκι στη μέση του δρόμου,
γυναίκες αχτένιστες
άπλωναν ασπρόρουχα
κι αρκούσε ένας στεναγμός ερωτικός
για να στεγνώσουν.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Το παιδί που θα 'ρθει

Μ' αρέσεις, γιατί αρέσεις στο παιδί που θα 'ρθει.
Θέλω να είμαι μαζί σου
γιατί αυτό θέλει το παιδί που θα 'ρθει.
Το παιδί που θα 'ρθει,
μου επιβάλλει τα θέλω του.
Και πως να πω όχι
στο παιδί μου;

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Η ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ

Ήταν ένας περίπατος Κυριακής
σ'ένα δρόμο πλατύ που πήγαινε λοξά.
Τον εμπιστευτήκαμε και προχωρήσαμε
ανέμελα μαζί του.
Μα εκείνος πήγαινε λοξώτερα
ώσπου στο τέλος μας έβγαλε στην άκρη
του γκρεμού.
Συγκεντρωθήκαμε θυμάμαι να πάρουμε
μιαν απόφαση: Ή θα προχωρούσαμε μπροστά,
ή θα γυρίζαμε πίσω.
Μεταξύ διαφωνιών και αντεκλήσεων
πάρθηκε η απόφαση να γυρίσουμε
 στα σπίτια μας.
Ήταν Δευτέρα όταν επιστρέψαμε στις δουλειές μας
για να βουλιάξουμε όπως πάντα,
στη καθημερινότητα μιας πλάνης.
Ορισμένοι έκαναν δικές τους δουλειές
και πέτυχαν περισσότερα απ' τους άλλους.
Με τον καιρό, κάναμε παιδιά, τα μεγαλώσαμε,
τα σπουδάσαμε κι ευτυχήσαμε να τα δούμε
να προκόβουν.
Πέρασαν χρόνια.
Γεράσαμε.
Μα κάθε φορά που ανταμώνουμε τυχαία,
ένα ερώτημα διαγράφεται στα μάτια μας
βασανιστικά:
Αν τότε,
σ'εκείνο το χείλος του γκρεμού,
πήραμε τη σωστή
απόφαση.

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Χθες,
καθώς συνομιλούσα με το άρωμα που άφησε
το πέρασμα σου,
τ' αποφάσισα
έφυγα γιατί ήταν δύσκολο να σηκώσω στους ώμους μου
την αγάπη σου.
Ω, η αγάπη σου! Αυτή η αγάπη σου που κουρέλιασε
της ζωής μου το μέτρο.
Αυτή η ορμητική αγάπη σου που σήκωσε θύελλες 
σε πέλαγα και στεριές ακρωτηριάζοντας αγαπημένες
συνήθειες.
Έφυγα! Τ'ακούς;
αφήνοντας πίσω μου παραμορφωμένα τοπία,
δέντρα γυμνά, πεσμένα τηλεγραφόξυλα και μικροπράγματα
που ήσαν αθεράπευτα μαζί μου δεμένα.
Ξέχασε με αγαπημένη.
Αλλά μη ξεχάσεις τα σιωπηλά σούρουπα
να ποτίζεις τα παρτέρια στους κήπους των ρόδων μου.
Μη ξεχάσεις ν'ανοίξεις τ'ανατολικά μου παράθυρα
και μην αρνηθείς το φως της αυγής να σ'αγκαλιάσει.
Στο μεσημεριανό τραπέζι μη ξεχάσεις αγαπημένη να βάλεις
πρώτα το ψωμί που ζύμωσα με τα χέρια μου.
Μη χαραμίσεις τα Σαββατόβραδα προσφέροντας δάκρυα 
στον ίσκιο της απουσίας.
Κράτα γεμάτο το κανάτι με το κόκκινο κρασί της Κυριακής.
Ένας άλλος, ξεκίνησε ήδη το ταξίδι του κι έρχεται
να σου χτυπήσει την πόρτα.
Εμένα ξέχασε με αγαπημένη.
Μη βγεις να με ψάξεις.
Μη τρέξεις πίσω από τη σκόνη που οι λαχτάρες μου
σήκωσαν.
Κάποιος μέσα στις φλέβες μου, τρέχει πιο γρήγορα
από σένα.
Κράτα την τέφρα των αναμνήσεων και προχώρα.
Εγώ κουράστηκα ν' αρμενίζω πίσω από τζάμια θολά.
Κουράστηκα να καλπάζω πάνω στη καθημερινότητα
ενός ξένου δωματίου
Μπούχτισα από ένα μουντό πρατήριο ονείρων
ν'αγοράζω ιδιωτικές νύχτες που όνειρα τσαλακώνουν.
Αγαπημένη, για τη παλιά μου ζωή θα σου μιλήσω τώρα. 
Άκου:
Εκτροχιάστηκα ανάμεσα σε δύο αιώνες κι ο ποταμός
του χρόνου, με ξέβρασε σε μιαν απόκοσμη όχθη
όπου άνθρωποι και σκιές, έστεκαν πλάι πλάι σε ατελείωτες
ουρές περιμένοντας ν'αγοράσουν ημέρες από ένα μέλλον
διαλυμένο. Μουρμουρίζοντας διαρκώς λέξεις ακατανόητες
που έσταζαν μία περίεργη γεύση.
Θα σου μιλήσω για τα όνειρά μου που  έσερνα στις ετήσιες
δεξιώσεις των ανέμων και χωρίς τύψεις, τα παρέδιδα 
σ'έναν βραδινό αέρινο χορό κίτρινων φύλλων.
Χωρίς να τα λυπηθώ.
Χωρίς να περιθάλψω τα βαθιά τους τραύματα,
αφήνοντας τα έρμαια ενός πλήθους που ο πάταγος
της μοναξιάς τους, τους φώναζε: βοήθεια.

Ναι αγαπημένη,
έτσι έζησα.
Ξοδεύοντας μια ζωή γεμάτη οδοφράγματα.
Ανάμεσα στο όχι, στο μη, στο ποτέ, στο ίσως και στο δεν.
Πόσα πηγάδια δε μ'έπνιξαν στους δρόμους που πέρασα;
Πόσα πέλαγα θυμωμένα δεν έχασαν το στοίχημα με μένα;
Έτσι έζησα αγαπημένη! Έτσι.
Με τον εξαίσιο ήχο της ζωής να μου φυσάει 
τα χρώματα στις πόλεις, στα βουνά, στ' απέραντα δάση.
Κι εγώ, 
με τη ρετσινάτη μυρωδιά των πεύκων στα ρούχα μου,
τόλμησα να βαδίσω στις άγνωστες λεωφόρους των καιρών.

Συγχώρα με αγαπημένη.
Και γράμματα μη περιμένεις να σου στείλω.
Εγώ,
ακόμη και τώρα,
κυνηγάω να πιάσω
τον εαυτό μου.


Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Χωρίς τίτλο

Τα χέρια
που με πάθος μ'αγκάλιαζαν
και τις νύχτες σφιχτά με κρατούσαν
είναι τα χέρια που την πόρτα μου άνοιξαν
και να φύγω για πάντα ζητούσαν.

Τα μάτια
που στα μάτια με κοίταζαν
και το φως από 'κείνα ζητούσαν
είναι τα μάτια που κλείσαν αναίτια
και κλειστά πουθενά δε κοιτούσαν.

Τα χείλη
που γι'αγάπη μου μίλαγαν
και με λόγια τον κόσμο μου 'δείχναν
είναι τα χείλη που με μίσος με έδιωχναν
και στο κενό της αβύσσου με 'ρίχναν.

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Απόγνωση

Θεέ μου,
ντύθηκε με φθινόπωρο
ο παράδεισος που μου χάρισες.
Και δε θ'αργήσει  να μου πνίξει τ'όνειρο
ο χειμώνας.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Από τότε,
Άδειασαν τα δωμάτια από όνειρα.
Οι φωτογραφίες στους τοίχους,
Έχουν πάψει από καιρό να σου μιλάνε.
Αφουγκράζεσαι βήματα γνώριμα
Που πλησιάζουν την πόρτα σου
Κι ύστερα όπως πάντα απομακρύνονται
Ολοένα.
Τόσα γράμματα έστειλες στα φωταγωγημένα
Προάστια και κανείς δεν άκουσε το λυγμό σου.
Δυο ανθρώπινα βήματα έχουν χαθεί,
σ’ έναν απέραντο δρόμο.
Νεκρές γειτονιές γύρω σου.
Παράθυρα κλειστά.
Σιωπηλά σούρουπα,
Βλέφαρα βαριά.
Κι οι μέρες της ζωής να ‘ρχονται
Και να φεύγουν αγέλαστες.
Χωρίς να μπορείς να ξεχωρίσεις
Τα Σαββατοκύριακα.
Όπως ένα ποτήρι δροσερό νερό
Που σε ξεδίψασε
Και την άλλη στιγμή,
Έχεις πάψει πια να το θυμάσαι.

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Οι κήποι της καρδιάςσας


Ανοίξτε τις πόλεις
ανοίξτε τις γειτονιές 
τις πόρτες, τα παράθυρα,
τις αγκαλιές σας.
Ανοίξτε το στόμα σας και τραγουδήστε.
Ανοίξτε τους κήπους της καρδιάς σας
και μοιράστε τα λουλούδια της 
σ'αυτούς που δε κατόρθωσαν στον κόσμο
να γελάσουν.
Το 'χει ανάγκη ο άνθρωπος!
Το 'χει ανάγκη, η ανθρωπότητα!

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Ερωτική επανάσταση

Στο περιθώριο της ζωής,
εξασφάλισα δρόμους απέραντους.
Δανείστηκα  νύχτες βελούδινες
και ξεχάστηκα σε παράθυρα ανοιχτά με θέα
τα μάτια της.
Προτίμησα το υπόλοιπο του ονείρου
και μαζί της πέρασα μεθυσμένος
στο άβατο των αισθήσεων.
Παραβίασα συνήθειες καθημερινές
και βγήκα στο ξέφωτο.
Έσπασα τα στερεότυπα και άναψα τα φώτα
στ' απαγορεύσιμα που τρόμαζαν
 δειλούς περιπατητές.
Εξωραΐζοντας το " έγκλημα", 
εμφάνιζα σε γειτονιές απόμερες
ουράνια τόξα, τοπία απροσπέλαστα,
χρώματα συμπαντικά.

Στο περιθώριο της ζωής,
έκλεψα τον Αύγουστο του Θεού
κι ευτύχησα να γευτώ την πίσω όψη
του μαύρου.
Και με το εισιτήριο της ελεύθερης συγκομιδής
στο πέτο,
έφτασα στο ύψωμα του μεγάλου κέρδους,
έτοιμος να υπερασπιστώ τους έρωτες 
εκείνων που τόλμησαν.
Τώρα, 
αδιαφορώ ολότελα για το οργισμένο πλήθος
που κραυγάζει ξωπίσω μου: "άρον, άρον
σταύρωσον αυτόν".




Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Πρόχειρη αγάπη

Ήταν μια αγάπη της στιγμής
για να περνάει η ώρα
μα κάπου ξεχαστήκανε
και ο αμείλικτος χρόνος ήρθε
με αξιώσεις.
Κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.
Μόνο που τώρα,
δεν υπάρχει εκείνη η προχειρότητα
της στιγμής. και... το χειρότερο:
δε περνάει η ώρα.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Ανοιξη 1960 η πρώτη αναλαμπή

...Κι εμείς
τι θα κάνουμε όταν θ'ακούσουμε τις φωνές
των τρομαγμένων να μας πλησιάζουν;
Τι θα δώσουμε όταν οι πεινασμένες φωνές
θα ζητήσουν ψωμί απ' το ψωμί μας;
Όταν φτάσει η οργή των αδικημένων
στη πόρτα μας
εμείς τι θα κάνουμε εκείνες τις στιγμές
που θ'ανατριχιάζουν τ'αγάλματα
και θα χλωμιάζουν οι πέτρες;
Θα παραμείνουμε ψυχροί και αδιάφοροι;
Η θα πάμε ν'ανοίξουμε εκείνα τα κλειδωμένα
σχολεία για να σπουδάσουμε...ανθρωπιά.


Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Αρνηση

Μόνο ένας σε περίμενε
στους προηγούμενους σταθμούς
κι ας πέρναγε το τρένο
χωρίς να σταματήσει.

Μόνο ένας περιμένει στους επόμενους
σταθμούς
και περιμένει χρόνια δίχως να ραγίσει
κι ας πέρασαν τα όνειρα
σε σκοτεινούς καιρούς
κι ας χάραξε
κι ας βράδιασε
κι ας έχει ο ήλιος σβήσει.

Μόνο ένας σε περίμενε
κι ας μη κατέβηκες  ποτέ
να δώσεις μία λύση
να δεις ποιόνε προσπέρασες
ποιος δίπλα στις γραμμές
έχει για σένα ζήσει.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

Κατώτερος

Διαφωνώ
που θέλετε οι άλλοι να σας μοιάζουν.
Εγώ δε σας μοιάζω!
Ίσως να είμαι κατώτερος από σας 
ποτέ να μη σας φτάσω.
Καθόλου αυτό δε μ'ενοχλεί αγαπητοί μου
συμπολίτες.
Αφήστε με όμως να φαίνομαι ξεχωριστός
κάτω από τη σκόνη που σηκώνουν
τα πόδια σας.