Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Το καμπανάκι

Όταν έφυγε το τρένο
και το πήρε η νυχτιά
με πλησίασε ο σταθμάρχης 
και μου ζήτησε φωτιά.

Του 'δωσα κ' είδα στη φλόγα
το πορτραίτο του καημού
φύγε μου 'πε μην ξανά 'ρθεις 
όλα είναι του χαμού.

Του εζήτησα εξηγήσεις 
τι σημαίνει του (χαμού)
μου 'δειξε το καμπανάκι
και τη πόρτα του σταθμού.

Μη πιστεύεις τις γυναίκες
είπε με παράπονο
πόρτα που άνοιξε θα κλείσει
κ' είναι τούτο άπονο.

Το ξεκρέμασε και μου 'πε
παρ' το για ενθύμιο
στις μεγάλες τις αγάπες
ήταν επιζήμιο.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Γέροι ναυτικοί

Απ' το καραβοστάσι μέχρι το Μότζι την Ιτζόν
κι απ' τα πανιόλα της σιωπής ως το ψηλό κατάρτι
τσούρμο τ'αλάνια ακολουθούν χαρούμενα τον Τζον  
κ'η αναμνήσεις στο Περού κάνουν τις νύχτες πάρτι.

Αμίλητοι και με λυμένα πρυμάτσα τα κορμιά
μπαρκάρουνε κρυφά και πάνε σ' άλλα μέρη
χαμένοι σε κάποιου καφενέ την άχαρη γωνιά
παίρνουνε στίγμα αυγινό κι ας τρέμει το 'να χέρι.

Μες το μυαλό σαν φυλαχτό κρατούν υγρές εικόνες
τα κύματα στον Ινδικό κάνουν ακόμη μάγια
βροχή τ' αλάτι στη ματιά δώρο απ' τους Μουσώνες
και τη μικρή που γέρασε θυμούνται στην Πατάγια.

Σκιές αμέτρητες εδώ τις νύχτες κάνουν βάρδια
καράβια που σκουριάσανε και βούλιαξαν στη λήθη
έχουν φορτίο θύμησες κι ας μοιάζουν να'ναι άδεια
κι αναπολούνε μια ζωή που μοιάζει παραμύθι.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Στους ναυτικούς που κάναμε μαζί

Τώρα που καταλήξαμε σε αβαθή νερά
κ' οι στεριανοί χωρίς ντροπή μας βλέπουν μ'άλλο μάτι
εμείς κρυφά θα φεύγουμε να βρούμε τη χαρά
έχοντας χάρτες που μετρούν, τα μήκη και τα πλάτη.

Πορείες θα χαράζουμε στρέιτ στο παρελθόν
μπάρκο στρεβλό στα μακρινά λιμάνια της Ασίας
το μέλλον μας έστέρεψε  και τρίζει το παρόν
κι εμείς ταξίδια κάνουμε, μέσω της φαντασίας.

Στείρα ζωή μες το πιοτί θάλασσα δύο γιάρδες
σαμπάνι για τις θύμησες και μάινα το βαρούλκο
η ζέστη αφόρητη ιδρώτας διπλοβάρδιες
κ' η μυρωδιά του λιμανιού, μας πάει προς τον βούρκο.

Στα μπαρ της κόλασης μας δένουνε θολές ματιές
περνούν κορίτσια δίπλα μας κουφάρια πεταμένα
ρουφάνε δηλητήριο και σβήνουνε φωτιές
ψάχνοντας μέσα σε καπνούς, για όνειρα χαμένα.

Λόγια στεγνά ήχοι βουβοί μιας πόλης που κοιμάται
ψάξε στις πλώρες για να βρεις κομμάτια της ψυχής μας
Η νιότη μας κι αν ράγισε ακόμα τους θυμάται 
τους έρωτες κάποιας παλιάς, αλήτικης ζωής μας.


Σκέψεις κρυφές που τρέχουνε στους δρόμους του Χονγκ- Κονγκ 
γερνάμε κι όλο πέφτουμε στο μάτι του κυκλώνα 
ο,τι σου αρνήθηκε άπονα η Ντεμπ στη Σαϊγκόν
φτάνει να θες και να μπορείς, το 'χει κ'η Δραπετσώνα.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Λόγια πικρά

Ξημέρωνε κι ακόμα έπινες κρασί
ήρθα και σου 'πα με λαχτάρα καλημέρα
μου 'πες τ' όνειρο πως ήταν θαλασσί
και πως σκορπίστηκε στο πέρασμα του αγέρα.


Το βλέμμα σου βαθύ και αχανές
στα μάτια σου τα μπλε τα νυσταγμένα
τα λόγια σου πικρά σαν αμανές
από παλιά τραγούδια πονεμένα.


Οι ώρες πέρναγαν τα βλέφαρα βαριά
γέρνεις μα δε θα 'ρθει ο ύπνος να σε πάρει
ήπιες τις θάλασσες βούλιαξες στη στεριά
κι έχεις από καιρό στον έρωτα μπατάρει.