Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Θρήνος για τον Αλέξανδρο Παναγούλη

Την άνοιξη που λαχταρώ, θέλω να την κεντήσω
σε χίλια μύρια χρώματα, να μπω να περπατήσω

Να δω ημέρες χαρωπές, ευλογημένες μέρες 
να τρέχω και να τραγουδώ, σαν όλες τις μητέρες 

Η άνοιξή μου  όνειρο, ο ήλιος αργοσβήνει
μες τα σκοτάδια εγώ ζω, και σαν στοιχειό 'χω γίνει

Σπίτι δεν έχω για να μπω, ανθρώπους δε γνωρίζω
σκέψη κορμί στον άνεμο, τίποτα δεν ορίζω

Τα μαύρα μου βαριά μαλλιά,άσπρισαν σ' ΄ένα βράδυ 
τα καλοκαίρια μίσεψαν  και περπατώ στον Άδη

Είχα παιδί κι αγνάντευα  τον κόσμο από πάνω 
το είδα να το παίρνουνε, το είδα να το χάνω

Βγαίνω στο δρόμο τον πλατύ,παίρνω τα καλντερίμια 
έχω τα μάτια μου θολά, και τη καρδιά συντρίμμια 

Βήμα το βήμα σε ζητώ, πόρτες χτυπώ ρωτάω
κάνω να τρέξω πίσω σου, κι όλο παραπατάω

Γιε μου να βρω τον ίσκιο σου,στα περασμένα τρέχω 
μ'αίμα ζεστό και δάκρυα,όλους τους δρόμους βρέχω 

Παίρνω τις στράτες τις πικρές, παίρνω τις ανηφόρες 
Έχω μαζί μου αστραπές, και ώρες αιμοβόρες 

Σαν τον αγέρα με περνάς, σαν τον αγέρα φεύγεις 
στιγμές σε νιώθω πλάι μου κ'ύστερα μ' αλαργεύεις

Βγαίνω στους δρόμους του βοριά, με σπρώχνει τ' αεράκι
ανάβει σβήνει τ' όνειρο, σα να 'ναι φαναράκι

Δεν έχει ο κόσμος ξαστεριές, να βγω και ν'άνασάνω 
τις νύχτες όλες σε κρατώ μα τις αυγές σε χάνω 

Αλλάζει χρώμα ο ουρανός, κ'η άνοιξη φουστάνι 
τρέχ' η φωνή μου να σε βρει, μα πουθενά δε φτάνει

Γιόκα μου πούν' τ' αχνάρια σου, πού βγαίνει αυτός ο δρόμος
κάθε μου βήμα και σεισμός, κάθε στροφή και τρόμος

Στης γης αυτής τα σύνορα, κάθομαι δω και κλαίω
γονάτισα στον πόνο μου, και μες το δάκρυ πλέω 

Με κυνηγούνε οι καιροί και σαν κλαδί λυγίζω 
τα μαύρα σύννεφα κοιτώ και ήλιους ζωγραφίζω

Ο κόσμος μου χαμήλωσε, χωρίς τ' ανάστημά σου
ψάχνω να βρω τον ίσκιο σου, να κοιμηθώ σιμά σου

Παιδί μου γίγαντα τρανέ, δε σε χωρούσε ο κόσμος
και στην αυλή μαράθηκαν βασιλικά και δυόσμος 

Κόσμε φτωχέ τραγούδησε, και διώξε τον καημό μου 
κάθε σταυρός στους ώμους σου,,δικός σου και δικός μου

Στενάξτε  φαράγγια και πλαγιές, κ' έρημα σταυροδρόμια
πουλάκια τ' αψηλού βουνού, της θάλασσας γλαρόνια

Θεριέψτε  κύματα βουβά, ποτάμια ξεχυθείτε 
και μ' ένα δάκρυ μου ζεστό, απόψε ενωθείτε 

Κράζουν κοράκια στα βουνά,σκυλιά στους δρόμους κλαίνε 
και μένα τα χειλάκια μου,σαν προσευχή το λένε

Πουλί μου συ κι αν έπεσες, στους ουρανούς θεριεύεις 
στους ουρανούς θ' απλώνεσαι και θα τους κυριεύεις 





Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ο έρωτας

Ο έρωτας τρεμοσβήνει στα βλέφαρα
της ζωής
έξω από κλειδωμένες πόρτες
χαροπαλεύει
Ο έρωτας καταδιώκεται από στεγνά
φλύαρα στόματα
και λασπώνετε  από βρόμικες λέξεις.
Σταματήστε  να λιθοβολείτε τον ίσκιο του
κι όλοι μαζί τραγουδήστε τον.
Μην αφήνετε να ξεχαστεί ο αχός του.
Αφήστε τον χείμαρρο  της τρέλας του
να σκάψει το σώμα σας και να τρυγήσει
τους μυρωμένους ανθούς της ψυχής σας.
Και συ αιώνια άνοιξη μη χαραμίζεις
το θαύμα να είσαι γυναίκα.
Όπου κι αν αποκοιμήθηκες  αδιάφορε κυνηγέ
μην εγκαταλείπεις το όπλο σου
αφήστε να χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες
της μεγάλης γιορτής και τρέξτε  όλοι μαζί
 στους αγγελικούς κήπους σας
και στις άγιες κρεβατοκάμαρες τ' ουρανού σας 
και ζωντανέψτε τον.
Ας είναι νύχτα. Ας είναι πρωί.
Ας είναι μέρα μεσημέρι.
Μην τον αφήνετε να μυρίζει σαν λείψανο.
Αφήστε τον επιτέλους να πάρει φωτιά
και αναπνεύστε ελεύθερα τον αέρα
της φλόγας του, 
τη μέθη της συντροφικότητας του,
τον σεβασμό της ιεροσύνης του.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Τελευταίο Γράμμα

Ρώτησα ποιος θ’ ανοίξει τα φώτα; Ποιος θα κρατήσει μαχαίρι και σκοινί; Κι απάντηση ακόμη δεν έλαβα.
Μα τώρα, καθώς βλέπω να περνούν ανυποψίαστα μπροστά μου τα άσπρα περιστέρια, μονάχα τούτο έχω να πω:

Μείνετε μαζί τους!
Πρόσωπα αγέλαστα σας επιφυλάσσουν εκπλήξεις, έχουν αποκαλύψεις.
Αρκεί εσείς να μείνετε μαζί τους.
Τα ρεπορτάζ αφθονούν. Οι εξελίξεις τρέχουν. Τα δελτία ενημέρωσης ξεχειλίζουν κι εσείς θα μάθετε όσα δε γνωρίζετε και θα δείτε όσα δε θα μπορούσατε με άλλον τρόπο ν’ «απολαύσετε».
Αρκεί να ταμπουρωθείτε πίσω από τους τοίχους των σιωπηλών σπιτιών σας.
Έτοιμοι να μπήξετε με άνεση, ακόμη μία μαχαιριά στη δύσμοιρη αθωότητά σας που θα συνεχίσει ματωμένη να σέρνεται προς τα κει που θα ονειρεύονται καινούργιους κόσμους τα παιδιά σας.
Βολευτείτε όσο μπορείτε καλλίτερα στις ηλεκτρικές πολυθρόνες σας και χαλαρώστε.
Μετά το σύντομο διάλλειμα κι αφού θα έχουν λήξει οι χυδαίες διαφημίσεις, συγχρονιστείτε σε μια μαζική εθνική αποχαύνωση.
Στρέψτε όλη σας την προσοχή σε ‘κείνους που επιθυμούν να γευτείτε όλες τις κραυγές του πόνου και της απόγνωσης. Αφοσιωθείτε ολότελα στη γοητεία του χάους και
μείνετε μαζί τους για ν’ αντικρίσετε ιδίοις όμασι τα τεκταινόμενα στον ωραίο κόσμο σας και παραδοθείτε αμαχητί σ’ εκείνους που σχεδόν σας εκλιπαρούν να μείνετε μαζί τους, συντονισμένοι σε μια απ’ ευθείας σύνδεση με τα ειδεχθή «θαύματα» της παγκόσμιας πολιτισμένης σκηνής.

Ναι μείνετε μαζί τους!
Για περισσότερη ανασφάλεια.
Για μια πληρέστερη, εφιαλτική ζωή που θα τη συμπληρώνει το υγιεινό διαιτολόγιο της δυστυχίας σας.

Μείνετε μαζί τους!
Το δέος της φρίκης αξίζει όλοι να το απολαύσετε. με νύχτες αγωνίας και μοναξιάς, με σκιές αλλόκοτες και φωνές τρόμου.

Ναι μείνετε μαζί τους λοιπόν. Ακόμα κι αν χρειαστεί να δεθείτε στις πολυθρόνες σας ώστε να στεφθεί με πλήρη αποτυχία κάθε απόπειρα απόδρασης από το γυάλινο κόσμο τους.

Μείνετε μαζί τους λοιπόν έκθαμβοι, άβουλοι και θλιβεροί.
Και κρυμμένοι πίσω από τ’ απόρθητα τείχη σας προτιμήστε τον εύκολο δρόμο  κι απομακρυνθείτε από τα παράθυρα της αγάπης.
Γυρίστε επιδεικτικά την πλάτη σας στην ιδέα της αδελφότητας.
Αδιαφορήστε για το νόημα της αλληλεγγύης.
Ποδοπατήστε τις παρακαταθήκες των πατέρων που διαρκώς αφανίζονται και τις αξίες που φυλλορροούν κι εξανεμίζονται.

Μείνετε μαζί τους!
Ενθουσιωδώς συντετριμμένοι, σκοτεινοί και μετέωροι πάνω από συντρίμματα και στάχτες.
Απρόθυμοι να σηκώσετε το παντοδύναμο ανάστημά σας που ίσως να σας οδηγούσε σε κάποια σωτήρια έξοδο κινδύνου.


Ναι, μείνετε μαζί τους!
Αδρανείς, άμοιροι και μοιραίοι.
Κάποια μέρα, το αποτρόπαιο δε θα κατέβει από την κεραία της στέγης σας, θ’ ανέβει με το ανάστημα των παιδιών σας.



Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ

Ο άνεμος τους σπόρους σκόρπισε
πάνω στα πέλαγα στους κάμπους πέρα
Τη γη χρυσάφι κάποιος πότισε
και στόλισε με χρώματα τη μέρα.

Για τ' ακριβό μαντάτο οι κραυγές
ανάψανε φωτιές στις στρατορούγες 
οι νύχτες χάρισαν αστροφεγγιές 
και όλοι οι θεοί ξανθές φτερούγες.

Τον ήθελε η μοίρα βασιλιά
σημάδι το χλιμίντρισμα του ίππου
άνοιξε ο κόσμος μια αγκαλιά
κι αγκάλιασε τ' αγόρι του Φιλίππου

Του δόθηκε ολύμπια ευχή
να τον κερδίσουν οι αιώνες
του κόσμου ανάσα και ιαχή
του όρισαν να κτίσει Παρθενώνες.

Ανδρεία πήρε απ' τους θεούς
τη λάμψη που 'βλεπαν  στ' ανάστημά του 
στο διάβα του αντάμωσε τυφλούς 
π'αντίκρυσαν το φως στο πέρασμά του.

Την τόλμη του την ζήλεψαν παιδιά
που είχαν συντροφιά τους τη δειλία 
έγινε φλόγα πάθος προσευχή
και μάθημα στου κόσμου τα σχολεία.

Σε σταυροδρόμια έχτισε ναούς
και πολιτείες πήραν τ' όνομά του
με τη πυγμή θωράκισε θεούς
και μέθυσε λαούς με τ' άρωμά του.

 Έγινε μύθος στην ανατολή
στους δρόμους που περνούσαν καραβάνια
τραγούδι στα χείλη κάποιου Αλή
που έπλεκε στην έρημο στεφάνια.

Μα κάποιο βράδυ, βράδυ θολερό
ο πυρετός του έκλεισε τα μάτια
είπαν, του πρόσφεραν πικρό νερό
και ντύσανε  με νύχτες τα παλάτια.

Νύχτα στην Πέλλα έτριξε η γη
δε στάθηκε στεγνό ανθρώπου μάτι 
μαύρο το δάκρυ άνοιξε πληγή
και κύλησε στις όχθες του Εφράτη 

Τα τύμπανα σιγήσαν στην Ισσό 
δε φέγγουν οι πυρσοί της Βαβυλώνας 
σε μονοπάτι πέρασε χρυσό 
κι έμεινε για πάντα Μακεδόνας.



















Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Όταν θα΄ρθεις

Όταν θα'ρθεις,
κουβέντα κακιά δε θα 'χω 
στα πικραμένα χείλη μου
για σένα.
Θα βρεις στεγνά της μοναξιάς μου
τα μεγάλα ποτάμια
Όταν θα ρθεις,
λέξη δε θα πω για τις γροθιές σου
επάνω στη καρδιά μου
για τα σημάδια της θηριωδίας σου 
στα χέρια μου.
Όταν θα 'ρθεις,
θα σε κρατήσω κοντά στο μικρό μου
παράθυρο 
και με τις πρώτες ηλιαχτίδες,
θα σου μιλήσω για τους ανθισμένους
υάκινθους τα κρίνα και τους κατιφέδες 
κι έπειτα θα σου δείξω τους ευτυχισμένους
κορυδαλλούς που θα τραγουδάνε ελεύθεροι 
ανάμεσα στις πορτοκαλιές και στα λιόδεντρα.
Και ήρεμος και χορτάτος και γελαστός,
θα σου περιγράψω την αιτία που με υποχρέωσε 
να επιζήσω.

Κίτρινα γράμματα

...Από τότε,
φύσηξε ένας αέρας
και τα όνειρα χάθηκαν.
Το σπίτι σκοτείνιασε ανεπανόρθωτα.
Οι κλειδαριές σκούριασαν .
Χωρίς φροντίδα οι γαριφαλιές 
έχουν όλες πεθάνει.
Τα ενθύμια πέρασαν στα συρτάρια 
των παλιών καιρών.
Τα γράμματα κιτρίνισαν έσβησαν.
Τα ζεστά αξέχαστα λόγια σου
χάθηκαν.
Τούτη η ώρα, είναι η πιο άνοστη
η πιο φρικτή.
Τούτη η ώρα είναι της αλήθειας 
που θα επαναλαμβάνει επίμονα:
αγάπη μου γέρασες.

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Στην κορυφή του κόσμου

Εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι
συναντηθήκαμε.
Εκεί ανταλλάξαμε τις πρώτες ματιές.
Εκεί ειπώθηκαν οι πρώτες άγιες λέξεις. 
Εκεί και τα πρώτα σκιρτήματα.

Εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι,
συγκρούστηκαν ένα βράδυ όνειρα δυνατά
κρατήθηκαν σημειώσεις, διευθύνσεις
κι ονόματα.
Κ' ύστερα, συναντηθήκαμε ξανά
εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι
και χέρι με χέρι προχωρήσαμε 
ως τη κορυφή του κόσμου.
Ως εκεί που κανένας άλλος ψηλότερα 
δεν πήγε.

Κ' ύστερα... ύστερα κατεβήκαμε χαμηλά.
Τόσο χαμηλά που κανένας άλλος χαμηλότερα 
δεν πήγε.
Χωρίς ονόματα, χωρίς σκιρτήματα 
και χωρίς όνειρα δυνατά.

Σαν δυο ξένοι που βιάζονται να φτάσουν
το συντομότερο, 
εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι.

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Χωρίς τίτλο

Αν είναι να πέσεις χαμηλά
πέσε τώρα.
Τουλάχιστον θα πιάσει τόπο
η προσπάθειά μου 
να σε κρατήσω.