Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Επικήδειος

Τόσα αστέρια στον ουρανό
και δε τα είδες.
Τόσοι δρόμοι μπροστά σου απέραντοι
και δε τους διάβηκες.
Τόσοι φίλοι γύρω σου
και δε τους ένιωσες .
Τόση αγάπη από μια καρδιά
και δε συγκινήθηκες.
Ακόμα και την ύστατη ώρα
την ξόδεψες άσκοπα.
Φίλε μου θα μας λείψεις!
Το μεγάλο κενό που άφησες πίσω σου,
ήρθε επιτέλους η ώρα να το γεμίσουμε. 

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Το αίμα μου

Όταν σου στέλνω
τα ποιήματά μου, σημαίνει 
ότι μεταγγίζω το αίμα 
απ' τη δική μου φλέβα στη δική σου.
Γιατί μόνο έτσι θα λέμε
ότι είμαστε αδέλφια.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Χωρίς τίτλο

...Θυμάσαι; Ήσουν ένα μικρό
αδύναμο σπουργιτάκι στη χούφτα μου.
Πότε πρόλαβες να γίνεις αετός;
Πότε πρόλαβες να χώσεις
τόσο βαθιά  τα γαμψά σου νύχια 
στο σώμα μου;
Και τόσο γρήγορα
να μ' εξοντώσεις; Πότε;

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Ο χιονιάς

Ήταν εύκολο να μου κλείσεις την πόρτα
και να μ' αφήσεις έξω στο χιονιά.
Το δύσκολο είναι να 'ρθει απόψε
κάποιος
για να σε ζεστάνει.

Εκείνη π' αγαπας

Ω, τι  πίκρα!
Να λες σ' εκείνη π' αγαπάς,
τρέχω για να 'ρθω γρήγορα 
στην αγκαλιά σου.
Κι εκείνη καβάλα στ' όνειρό σου,
ν' απομακρύνεται χαμογελώντας..

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Μεγάλα λόγια

Δε θέλω να λες πως μ΄' αγαπάς
εγώ πως είμαι η ψυχή σου
μια στάση εμένα μου αρκεί
να λες πως είμαι στη ζωή σου.

Τα λόγια τα μεγάλα με τρομάζουν

μαχαίρια που με γέμισαν πληγές
είναι αυτά που με κατασπαράζουν
κάθε φορά π'αρχίζεις να τα λες.

Δε θέλω να λες πως μ' αγαπάς

για σένα  πως είμαι ο Θεός
θέλω να λες αυτό που είμαι 
μεσ' το σκοτάδι κάποιο φως.

Τα λόγια τα μεγάλα με τρομάζουν 

μαχαίρια που με γέμισαν πληγές
είναι αυτά που με κατασπαράζουν
κάθε φορά π' αρχίζεις να τα λες.

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Άπονη γειτονιά

Θα τη μετρήσω
με δάκρυα
εγώ 
τη γειτονιά σου
την άπονη
         τη στεγνή
                την ψευτοπολιτισμένη.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Το ταξίδι

Μεγάλε ταξιδευτή, χαίρε!
Λείπεις χρόνια από το σπίτι μας
κι ο ταχυδρόμος όλο και πιο συχνά
έρχεται ανυποψίαστος για ν' αφήσει
βρόχινες ημέρες στη πόρτα μας.
Κι όταν φεύγει ακούμε σαν κλάμα τα βήματά του
στο πλακόστρωτο της αυλής.
Σιωπηλοί μπροστά στο απέραντο της απόστασης 
πώς να μετρήσουμε πάνω στο μαντίλι της μάνας
τ' ασυγκράτητα δάκρυα.
Ανήσυχε ταξιδευτή συνέχισε.
Ας γίνει το θέλημά σου.
Λέξη πικρή δε θα 'χουνε τα χείλη μας
για σένα.
Θα γευτούμε εμείς το μεγάλο κενό που άφησες 
πίσω σου.
Απομακρύνσου κι άλλο από τη διεύθυνση της αγάπης
που η αχαλίνωτη νιότη, σου στέρησε.
Στη γη που έσκαψες να κρύψεις ενθύμια
μην επιστρέψεις.
Μη θυσιάσεις την ορμή σου και μη νοσταλγήσεις
ξέγνοιαστα καλοκαίρια και Χριστούγεννα
παιδικά.
Μεγάλε ταξιδευτή προχώρα μακρύτερα.
Γνώση μη λάβεις για αρρώστιες πένθη
και χωρισμούς. Μην επιστρέψεις
και γκρεμίσεις τ' όνειρο και χάσεις
το ταξίδι.

Μεταξύ μας

Ω, πόσο μικρός
είναι ο κόσμος!
Και πόσο εύκολο το κάναμε
να παραμείνουμε ξένοι
μεταξύ μας.

Η μεγάλη στροφή

Είπε:
(ΕΧΩ ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ
ΚΑΙ ΧΙΛΙΑ ΘΕΛΩ ΑΚΟΜΑ ΝΑ ΝΥΣΤΑΞΩ)

Ήρθα και μίλησα και ήταν καταμεσήμερο της εβδόμης ημέρας
τ' Απρίλη. Και μίλησα στη μητρική μου γλώσσα τη λιτή
την πολυαγαπημένη, για τις λησμονημένες εντολές των αγίων.
Εκείνες που περιέπεσαν (κατά λάθος) στη φλογοκάμινο.
Και με φωνή που θύμιζε συντρίμματα, μίλησα για τα λευκά
μηνύματα που μου εμπιστεύτηκαν οι απερχόμενοι
να διαδώσω. Και μίλησα για τις αξίες των χαμένων δρόμων
και για τη ρημαγμένη πέρα ως πέρα γη των πατέρων.

Και καθώς έλεγα τούτα,
είδα τις πόλεις τρομαγμένες να ταλαντεύονται κάτω από τις σκιές
των καπνών και τις γελαστές Κυριακές να 'ρχονται αγκαλιασμένες
φορώντας τα καλά τους μολυσμένα πουκάμισα.

Κι έκανα μήνες  τέσσερις να μιλήσω.
Και ήταν τώρα μήνας του τρυγητή και της στάχτης
και όλα γύρω μου κρύωναν από μοναξιά και απόγνωση,
καθώς στάθηκα και μίλησα πάλι στη μητρική μου
γλώσσα τη λιτή  την πολυαγαπημένη, για την απρόοπτη
επανάσταση των χρωμάτων και για τη Βασίλισσα
κόκκινη Αυγή που θα επιτρέψει και πάλι στα δέντρα 
να επιστρέψουν στη θέση τους. Ώσπου στο τέλος,
απόκαμα και είπα να κλείσω τα μάτια μου πάνω σε τούτες
τις πέτρες που δοκιμάστηκαν, καθώς αιώνες περίμεναν
τη δυνατή βροχή που θα περνούσε για να εξαγνίσει
τους κήπους της σμύρνας και του ευκάλυπτου.

Και μίλησα πάλι,
στη μητρική μου γλώσσα τη λιτή την πολυαγαπημένη,
για  τις τέσσερις αδελφές που λιγόστεψαν.
Για μια πλάνη μεγάλη ενός αιώνα λαμπρού.
Για την απελπισία που ρέει σιωπηλά έξω από τα (καθώς πρέπει)
σταθμαρχεία της νύχτας.
Εκεί που οι νόμοι ωχριούν και η εξουσία απουσιάζει.
Και μίλησα με οργή, με δάκρυα και με θλίψη περίσσια 
για τους αυτόχθονες δεσμώτες των αλλοφύλων.Για τους
αλλόθρησκους ταχυδρόμους του μέλλοντος
που ξεκίνησαν ήδη έχοντας στα δισάκια τους,
μονάχα λυγμούς.

Είπε:
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΣΑΣ ΛΥΠΑΜΑΙ ΟΛΟΥ΅ΜΑΖΙ
ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΑΣ ΘΡΗΝΗΣΩ ΕΝΑΝ ΕΝΑΝ


Ήρθα και μίλησα και άκουσα.
Και είδα της αδικοχαμένης αγάπης τα αίματα να στάζουν
πάνω στα δώδεκα λευκά μου πουκάμισα.
Και ραγισμένος γονάτισα, αρχίζοντας να μετρώ
τ' αναφιλητά της καρδιάς μου που έκλαιγε από ντροπή
κι έτρεμε από θυμό καθώς τ' αλαλάζοντα πλήθη
γύρω μου, ποδοπατούσαν την τάξη και τους νόμους
της οικουμένης.
Και στάθηκα εκεί παρακολουθώντας τα, καθώς
χειρονομούσαν πρόστυχα απέναντι στα εύφορα χρόνια
που δεν ήταν άλλο από εφτά κορίτσια γελαστά 
που φορούσαν πουκάμισα πένθιμα.
Και προτού το φως στερέψει, είπα να στρέψω τα μάτια μου
πέρα απ' τα πύρινα νέφη.
Κι αντίκρισα τότε πουλιά, μυριάδες πουλιά ν' αποδημούν
βιαστικά κράζοντας τα δύστυχα λυπημένα.
Είδα άλογα κόκκινα και λευκά που έτρεχαν ιδρωμένα
πάνω στης θάλασσας τα κίτρινα κύματα και άθελά μου
σταυροκοπήθηκα.
Είδα βροχές ασημένιες που μύριζαν θειάφι και μόλυβδο
κι άκουσα τις σταγόνες να φλυαρούν αβίαστα χρησιμοποιώντας 
τη μητρική μου γλώσσα τη λιτή την πολυαγαπημένη.
Και τα λόγια τους, ήταν μια μελωδία που σκορπιζόταν
στ' ατέρμονα πέλαγα καθώς όλες μαζί
και κάθε μια χωριστά μου είπαν πως η σιωπή τους
θα 'ναι εκείνη που θ' αναγγείλει τον ερχομό Του.

Και δεν άργησε. Με το σούρουπο, ήρθε εκείνο το ανεμοσάλεμα
κι ένιωσα να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και το πρόσωπο
και να μου λέει ψιθυριστά στη μητρική μου
γλώσσα τη λιτή την πολυαγαπημένη: <<πήγαινε και με πουκάμισο
καθαρό στάσου εκεί στη πύλη των άστρων και αφουγκράσου>>.
Και πήγα με πουκάμισο καθαρό εκεί στην πύλη
των άστρων και αφουγκράστηκα... βήματα που απομακρύνονταν
βιαστικά στα πέρατα της αβύσσου. Φωνές και λόγια ακατάληπτα 
κλαγγές μαχών, θριάμβου κραυγές και ατελείωτους θρήνους.

Και ήμουνα μόνος, παντέρημος ανάμεσα σ' έναν κόσμο μικρό
και σ' έναν γαλαξία ακαταμέτρητο.
Γύρω μου τότε απλώθηκε μια σιωπή.
Μια απόλυτη σιωπή που με τρόμαξε. όταν όμως είδα να Ε ρ χ ε τ α ι,
ευθύς αναθάρρεψα. Ήταν μια φλόγα! Ένας πυρσός που διέσχζε
τα ουράνια κάνοντας κύκλους γύρω από τα εφτάστερα της Ελίκης.
Και τότε, εγώ ο ελεεινός <<κυρίαρχος των πάντων>> ο ανάξιος
<<εραστής του ωραίου>> ο ασημαντότερος της δημιουργίας,
βρήκα τη σπασμένη φωνή μου, και με όση δύναμη είχα, ανέκραξα:
<< Κύριε συγχώρεσέ τους.Έχασαν τη πυξίδα τους και η απώλεια 
τούτη,στάθηκε η αιτία να χάσουν τον προσανατολισμό τους>>.
Ο αντίλαλος τότε της μικρής φωνής μου, έκανε το σύμπαν ολάκερο να σειστεί, 
κι αίφνης είδα ένα μεγάλο λαμπερό αστέρι να πέφτει.
Δε θυμάμαι να μίλησε! Μήτε θυμάμαι ποιος μίλησε!
Θυμάμαι μόνο τα λόγια του.

Είπε:
ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΝΑ ΚΛΑΨΩ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΚΤΑΙΝΟΜΕΝΑ, 
ΤΟΤΕ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΛΑΙΩ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ.

Ήρθα και μίλησα, για την ημέρα της Μεγάλης Στροφής, 
που ήδη πλησίασε.
Και ίσως, να την έχετε χάσει!

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Ενα γράμμα

Έχω αφήσει ένα γράμμα
έξω στη πόρτα του σπιτιού σου.
Σε παρακαλώ άνοιξέ το με προσοχή
μην τύχει και σου πέσουν
οι τρεις λεξούλες του 
στο πάτωμα.
Είναι εκείνες οι λέξεις που μου είπες κάποτε
ότι σε πήγαν στα σύννεφα.

Γυναίκα

Κανένας ήλιος
             δε μου 'δωσε
τη ζεστασιά 
             της σκιάς σου.

Αετός

Τον ξύπνησε κάποιο πρωί 
στα κόκκινα ντυμένη
του είπε (και τη πίστεψε)
για να τη περιμένει.

Τα χρόνια 'γίναν έντεκα
δύσκολο να ξεχάσει 
καρδιά μυαλό κ'υπομονή
τον έχουνε διχάσει.

Αυτή που τον παράτησε 
γκρέμισε τα όνειρά του
σαν αετός που έπεσε
κι έσπασε τα φτερά του.

Τα βράδια μες στα καπηλειά 
πίνει κρασί με πάθος 
ξέρει ποιο είναι το σωστό 
αλλά το βλέπει λάθος.

Γιατί στη πόρτα του σπιτιού 
άφησε τ' άρωμά της 
κι όλοι οι δρόμοι πήρανε 
κι έχουνε τ' όνομά της.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Η μάγισσα

Ήρθε με το τελευταίο  καραβάκι της γραμμής
κι έφερε το καλοκαίρι στο νησί της παρακμής

Ξημερώματα στη χώρα άρχισε η κίνηση
ζήτησαν οι παντρεμένες να της κάνουν μήνυση

Κατεβήκανε τ' αγόρια σούσουρο στην αγορά
πάνω κάτω περατζάδα ν' ανταμώσουν την κυρά

Είδα μάτια διψασμένα μάτια πού 'γιναν γλαρά
είδα πόθους να βουλιάζουν σε απύθμενα νερά

Ήρθε κι ήταν παρά πέντε  κάποιας ώρας σκοτεινής 
ήρθε κι άναψε τα φώτα μιας ζωής αλλοτινής

Έ, ρε πόζα έ, ρε νάζι είχε χάρισμα πηγαίο
έσπειρε ανεμοζάλη σε ολόκληρο Αιγαίο

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Τα παράθυρα της καρδιάς

Τρέξτε... Τρέξτε όλοι εσείς που ξέρετε 
να τραγουδάτε.
Και ανοίξτε το παράθυρο της καρδιάς σας.
Και μ' ένα λουλούδι τ' ουρανού στο χέρι,
σταθείτε μπροστά στο περβάζι 
και τραγουδήστε.
Μαζί με τα πουλιά.
Μαζί μ' εκείνους που τρέχουν να πάνε
στη δουλειά τους.
Κάντε το σήμερα. Τώρα.
Και μη διστάζετε να πλυθείτε  
με δροσερό της αυγής αέρα
και να ντυθείτε με φως
με περισσότερο φως.
Το 'χει ανάγκη ο άνθρωπος.
Το 'χει ανάγκη η ανθρωπότητα.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Δελτίο καιρού

Λόγια ζεστά σε ποιες αγάπες κυλήσατε; 
Χάδια από χέρι ξένο γιατί
επιμένετε; 
Μάτια στεγνά ως πότε νύχτες σκοτεινές
θα κυνηγάτε; 
Έσπασε τ' όνειρο
κι έχει σβήσει το φως.
Ένα ένα σφαλίζουν τα παράθυρα
της καρδιάς.
Πρόχειρες αναζητήσεις,
ρηχές συναναστροφές,
κακές συνήθειες σκοτώνουν αθόρυβα.
Και τα δελτία καιρού αναφέρουν
 παράξενες λασποβροχές.
Και το χειρότερο:
 Έξω στο δρόμο. καμιά ελπίδα
επιστροφής.
Κανένα φαναράκι ντροπής.
Κανένας κρότος αφύπνισης. 

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Μπλε μάτια

Από παιδί η θάλασσα
ήταν τ' απωθημένο μου.
Ίσως γι' αυτό
όταν αντίκρισα τα μπλε μάτια σου
δίχως δεύτερη σκέψη
βούτηξα στα κύματά τους.
Και άπειρος καθώς ήμουν.
δίχως έλεος
εκείνα μ' έπνιξαν.

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

To τρένο

Σταματήστε το...
Αν το τρένο αυτό
δεν έχει προορισμό την αγάπη.
Αν εσείς που συνταξιδεύετε 
μαζί μου
δεν έχετε λόγους να πιστεύετε 
στην αγάπη,
αν εκεί που κινήσαμε να πάμε
δε μας περιμένει η αγάπη,
τότε σταματήστε το...
Και αφήστε τουλάχιστον
εγώ να κατέβω.

Οι μετοχές της αγάπης

Ήρθαν και μου είπαν πως πτώχευσαν  οι τράπεζες
που κατέθεταν αισθήματα οι ποιητές.
Στα χρηματιστήρια  των αξιών
οι μετοχές της αγάπης
καταβυθίστηκαν .
Σαν το νόμισμα που χάνει διαρκώς
την αξία του,
ο έρωτας ευτελίζεται  στα σκοτεινά
πεζοδρόμια 
στις γκρίζες συναλλαγές 
και στις ύποπτες πλατείες.
Και είναι ολοφάνερο πια
πως έχει χαθεί κάθε πιθανότητα
 να ντροπιαστούμε.

Γκρίζο τοπίο

Ζωγραφίζω καράβια που σε πήραν μαζί τους
και δυο μάτια που βλέπουν στο κενό ξεχασμένα
ζωγραφίζω καϋμούς  που τραγουδούν τη σιωπή τους
σ' ένα γκρίζο τοπίο που θολώνει ολοένα


Δέκα χρόνια και σημάδι κανένα
με χειμώνες και καλοκαίρια χαμένα
της αγάπης δε γυρίσαν τα τρένα
κι είναι τα πλοία στα λιμάνια δεμένα


Ζωγραφίζω τα τρένα που σε πήραν και πάνε
και δυο χέρια που τρέμουν στις βροχές παγωμένα
ζωγραφίζω τα όνειρα που δε σταματάνε 
κι επιμένουν να τρέχουν στις γραμμές λαβωμένα