Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ρωγμές

Όταν επέστρεψα,
φάνηκε πως οι φλόγες είχαν από καιρό
σβήσει. 
Και μόνο ένας άνεμος δυνατός
έσερνε ολόγυρα τη στάχτη και την σκόρπιζε.
 Τί κι αν η πόρτα άνοιξε διάπλατα;΄
Τα τυπικά χαμόγελα
η ψυχρή χειραψία 
τ΄αδιάφορα βλέμματα μιλούσαν για τις ρωγμές 
που είχαν πληθύνει ανάμεσά μας.
Ήταν απαραίτητη η συντομία 
της επίσκεψης.
Τουλάχιστον για την αξιοπρέπεια 
του τέλους.

Σε μια γριούλα

Μόνο εσύ!
Όσες φορές κι αν άνοιξα
τα παράθυρα της ζωής,
μόνο εσύ κρυφάκουγες  την ανάσα μου.
Μόνο εσύ,
κρυφοκοίταζες τα όνειρά μου.
Μονάχα εσύ δε πήρες,
μονάχα εσύ δεν άρπαξες κάτι
για σένα.
Κάτι που θα σε απελευθέρωνε 
για ένα σκίρτημα για ένα βήμα
για μια στιγμή.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Στους δρόμους της γειτονιά σας

Σκοτάδι παντού
πρόσωπα ξένα
χείλη σφιχτά
μάτια στεγνά
και θυμωμένα.

Σκοτάδι παντού
σιωπή μοναξιά
σπίτια αφιλόξενα
(κ'ευτυχισμένα)

...Κι εγώ,
τί νομίζετε ότι ζητούσα καλέ;΄
Έναν χαμογελαστό άνθρωπο,
για να του πω...
Καληνύχτα.

Στροφές

Όταν έφυγες πίστευα 
πως δε θ' άντεχα εκείνο
το τεράστιο κενό.
Πέρασαν χρόνια και τώρα
γύρισες κι αισθάνομαι
πως δε θα το αντέξω τούτο 
το ανυπόφορο βάρος.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Η Άννα της οδού Τσβάινερ

...Εκείνη τη νύχτα έκλαιγες  εσύ,
έκλαιγα εγώ,
έκλαιγε κι εκείνη η μπαλαλάικα.
Δώδεκα περασμένες κι ο εβραίος
στη γωνιά ψιθύριζε ακούραστος
ένα τραγούδι που έλεγε: 
Αγάπη μου σαν φύγεις το πρωί
κρέμασε στο κατώφλι το φιλί σου.
Δώδεκα περασμένες κι έξω χιόνιζε ακατάπαυστα 
και ήταν τα μάτια σου σκοτεινά
και ήταν τα χέρια σου παγωμένα
και ήταν δώδεκα περασμένες
σε 'κείνο το μικρό παλιό ταβερνάκι
που έκλαιγες εσύ, έκλαιγα εγώ,
έκλαιγε κι εκείνη η μπαλαλάικα.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Αν οι νεκροί μπορούσαν
να σου μιλήσουν θα σου έλεγαν
πόσοι αιώνες χωράνε μέσα σε μία ημέρα
δικής σου ζωής.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Μέρες του '69

Κουράστηκα να σου μιλάω
με ποιήματα
κατάλαβε με.
Πρέπει από σήμερα να πάρω
τους δρόμους
να ψάξω στα καταστήματα
ηλεκτρικών ειδών
να βρω καινούργια μέσα
επικοινωνίας.
Οι κρατικοί ραδιοσταθμοί
αργά αργά με σκοτώνουν.
Με τους ερασιτεχνικούς
αισθάνομαι ναυτία.
Τα τηλέφωνα όπως ξέρεις
παρακολουθούνται.
Κατάλαβε με,
κουράστηκα να σου μιλάω
με ποιήματα
κάθε φορά που θέλω να σου πω:
Αγάπη μου καλημέρα.

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Ώρες σιωπής

Είπες πως θα 'ρθουν τα χαράματα
για να σε πάρουν
και με συνοδεία να σε πάνε
στο σταθμό
για να φιμώσουνε  αυτούς που πάντα
τραγουδάνε 
διώχνουν με τρένα που δεν έχουν
προορισμό.

Κρυφτήκανε οι φίλοι σου
χάθηκαν μες στο φόντο
εκείνοι που στα εύκολα
σου κράταγαν σιγόντο.

Περνούν οι ώρες της σιωπής έξω 
πυκνό σκοτάδι
μα εσύ θα ζήσεις με τα φώτα 
της καρδιάς
λόγια που τα τραγούδησες στον άνεμο
ν' αφήσεις
για να'χει να τα λέει τις νύχτες
ο βοριάς.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Εμπιστοσύνη

Άκου φίλε
μάταια προσπαθείς να χτίσεις τρέμοντας
έναν καλύτερο κόσμο.
Είναι πια πολύ αργά
να πείσεις για τις καλές σου προθέσεις
τα πουλιά.
Με μάτια  καχύποπτα μη προσπαθείς
να σώσεις τα μισά.
Έχουν χαθεί όλα.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Καληνύχτα

...Ναι φίλε
εσύ την έφερες.
Εγώ τη μεγάλωσα.
Εσύ την αγάπησες, εγώ την τραγούδησα.
Με τα δικά σου χέρια στάθηκε όρθια. 
Για να περπατήσει όμως ζήτησε τα δικά μου.
Της έδωσες χάρη και χρώματα
μα τον κόσμο της όλο,
τον είδε στα μάτια μου.
Της έδειξες  δρόμους ελεύθερους 
που άνοιγα χρόνια ολάκερα 
για 'κείνη εγώ.
Εσύ τη χτένιζες 
το κορδελάκι στα μαλλιά της όμως
ήταν δικό μου.
Έτρεχε κι έκοβε πρώτη όλα τα νήματα
για σένα.
Για να φτάσει όμως ως εκεί,
εγώ την οδήγησα.
Εσύ πλήρωσες για το κανάτι
που μου πρόσφερες.
Εγώ για το κρασί που σε κέρασα.
Ναι φίλε.
Χάσαμε τη γυναίκα
κερδίσαμε τον άνθρωπο.
Χάσαμε την αγάπη
κερδίσαμε την ιστορία της.
Μαζί ακούσαμε
το θόρυβο της φυγής της.
Το πέρασμά της όμως
το κερδίσαμε για πάντα.
ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Tα πουλιά της άνοιξης

Γύρισαν
τα πουλιά της άνοιξης γύρισαν.
Γύρισαν 
οι ψαράδες από τα πέλαγα γύρισαν.
Γύρισαν
οι φαντάροι από τις μάχες γύρισαν.
Γύρισαν   
οι τσιγγάνοι από τα πέρατα γύρισαν.
Μόνο εσύ αγάπη μου.
Μόνο εσύ 
ακόμα δε γύρισες.

Απόψε

Απόψε,
άκουσα τα γνώριμα βήματά σου
κι όλος χαρά βγήκα στο δρόμο
ακριβώς τη στιγμή
που με προσπέρασες. 

Ποιός

Έριξα το κορμί σου στα βότσαλα 
και όπως πέρασε από πάνω μας
το κύμα
ένιωσα τη φλόγα μέσα μου
να δυναμώνει.
Αλήθεια, ποιος άναψε τα φώτα
στον ουρανό;
ποιος είπε να κοιμηθούν στο πλάι μας
τ' αστέρια;

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Τρελοάνοιξη

Άνοιξη ερωτεύτηκε κι από χαρά της κλαίει,
καλοκαιράκι ακολουθεί και πονηρά της λέει:

- Δρόμους θ’ ανοίξω στα σπαρτά νυφούλα να περάσεις
δώσε στους μήνες μου φιλιά για να τους καλοπιάσεις.

- Να μην ελπίζεις σε χαρές που τις γιορτάζουν άλλοι
κι όνειρα πλάθεις γιορτινά σε ξένο προσκεφάλι.

Άνοιξη πέφτει στο νερό και κολυμπά με νάζι,
καλοκαιράκι ζωηρό περνά και την πειράζει:

- Αν μου χαρίσεις μι’ αγκαλιά σταφύλι θα κεράσω
και τ’ άνθη που ‘χεις στα μαλλιά μ’ αφήσεις να τα πιάσω.

- Τρία αγόρια δροσερά μου τα ‘χουν χαρισμένα
και τα ποτίζω με νερά που είναι αγιασμένα.

- Άνοιξη τρελοάνοιξη μαζί μου μη πεισμώνεις 
ξέχνα τις άλλες αγκαλιές και μη με αποδιώχνεις.

Στου Αλωνάρη τη νυχτιά γείρε για να πλαγιάσεις,
και στο κορμί του Θεριστή αμαρτωλή θ’ αγιάσεις.

- Έχω τον Μάρτη αδελφό κι οδηγητή τον Μάη
και τον Απρίλη εραστή που ξέρει ν’ αγαπάει.    


Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Mατωμένο βράδυ

Μου είπες
θα 'ρθεις βράδυ στις οκτώ.
Για ν' αφεθείς 
στη δίνη και στη πλάνη.
Εσύ να κάνεις  πρόβα στο πλατό,
κι εγώ να μεταφράζω Αριστοφάνη.


Στου δρόμου τη δεύτερη στροφή
συνάντησες εκείνον που περνούσε
ζεστή στα μάτια σου η βροχή
κι ο παγωμένος άνεμος θρηνούσε.


Τώρα διαβάζω Σίλερ
και Ρεμπό 
τις κρύες νύχτες όταν σε θυμάμαι
βλέπω το τζάμι της ζωής
θαμπό
κι ακούω μια φωνή που τη λυπάμαι.


Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Ο κόσμος του καπνού

Ξέρω μια χώρα που σκοτώνει την αγάπη
στην παραζάλη της ρημάζεται 
σ' έναν κατήφορο σε μια αυταπάτη
παραμυθιάζεται

Και 'συ μου λες να 'ρθω στο δρόμο
της νιρβάνας
και με τραβάς στα ξενυχτάδικα
σε πανηγύρια και γιορτές μελλοθανάτων
να βλέπω τ' άδικα.

Ζω σ'έναν κόσμο του καπνού
και της θολούρας
και ψάχνω να 'βρω μια διέξοδο
κάποιος τη πόρτα να μ' ανοίξει
να περάσω
να βρω την έξοδο.

Ξέρω μια πόλη που σκοτώνει τις ελπίδες
και μουτζουρώνει τα ονόματα
με συμμορίες που λερώνουν τα όνειρά της
και με κυκλώματα.

Και 'συ μου δείχνεις γκρίζους χάρτες
για ταξίδια
που αφήνουν πίσω τους συντρίμματα
στις μολυσμένες συνοικίες των  εμπόρων
μετράω θύματα.

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Προδομένα όνειρα

Μη ζωγραφίζεις όνειρα
λησμόνα τα
αυτά σ' έχουν προδώσει
σου χτίσανε μια φυλακή 
με χρώματα
που σ' άλλους έχουν δώσει.

Στο καπηλειό τώρα σκυφτός

ρωτάς ποιος έχει φταίξει 
γιατί για σένα βράδιασε
και γι' άλλους έχει φέξει.

Μη βλαστημάς και μη ρωτάς

πώς και γιατί
όλα σου πήγαν στράφι 
άλλα εσύ  επόθησες
μα το χαρτί
άλλα για σένα γράφει.

Στου καπηλειού τη σκοτεινιά 

δε θά  'βρεις την αχτίδα
γυρνάς τη πλάτη σου στο φως
μα δε γυρνάς σελίδα. 

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Αννούλα

Στο τρενάκι της ζωής
βρέθηκα κι εγώ τυχαία
μόνη μέσα στους πολλούς
και με όνειρα λαθραία.

Λουλουδάκια κουρασμένα
τα πουλάω για να ζήσω
τα όνειρά μου λαβωμένα
τα 'χω αφήσει τώρα πίσω.

Είμαι ένα κοριτσάκι
ορφανό και ξεχασμένο
πάρτε τούτο το λουλούδι
τώρα που 'ναι ανθισμένο.

Το τρενάκι που με πήρε
δε μου λέει που με πάει
μοναχό κι απελπισμένο
ψάχνω κάποιον ν' αγαπάει.

---Το κοιτούσα με κοιτούσε
μ' ένα βλέμμα τρομαγμένο
στη ζωή παραπατούσε
από πόνο μεθυσμένο.

--- Το ρωτούσα κι απαντούσε
δίχως να μου λέει λόγια
μες στο χρόνο περπατούσε
δίχως νόμους και ρολόγια

Μένω 'κει που κάποιοι κλαίνε
δίχως σπίτι και μανούλα
-θα μου πεις και πώς σε λένε
-λέγε με αν θες Αννούλα.

-Μία θέση ρε παιδιά
άλλο πια να μη πονέσει
και παράθυρο ανοιχτό
θέλει μόνο ν' αναπνεύσει.

Στο τρενάκι πάνω κάτω
πώς ν' αντέξεις τί να πεις
έφτασε η ζωή στον πάτο
κ' είναι μέρα Κυριακής.





Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Κάποιος

Πού πας όταν το φως της μέρας
σουρουπώνει
είναι το σπίτι ανοιχτό
και με τα δόντια το κρατώ
τ'όνειρο που παγώνει.

Γιατί μας κρύβεις τη ζωή σου
στο σκοτάδι
έχω στην πόρτα το κλειδί
σε περιμένει το παιδί
που στέρησες το χάδι.

Πού πας, σα ν' άκουσα την ώρα
να ραγίζει
αργεί ακόμα η αυγή
κάποιος σταμάτησε τη γη
και τώρα δε γυρίζει.

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

Αναμονή

Άνοιξε το παράθυρο
να μπει ο ήλιος
τη πόρτα κράτα ανοιχτή
θα 'ρθει σαν φίλος.

Οι ώρες λιγοστέψανε
θέλω τραγούδι
θα είσαι πάντα μες το νου
φρέσκο λουλούδι.

Κράτα κανάτι με κρασί
κέρασε τώρα
έρχονται να σε πάρουνε
θα ΄ρθει και μπόρα.

Στης κάμαρας τον κουρνιαχτό
γερμένοι ώμοι
σου έχουν κλέψει τη ζωή
ζήτα συγγνώμη. 

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

To πλοίο της χαράς

Σε είδα χθες να φεύγεις
με το πλοίο της χαράς.
Κι ένιωσα ένα κρύο χάδι
στο κορμί μου.
Βαρύς κι ασήκωτος για μένα
ο Πειραιάς.
Βαρύ τ' απόβραδο στην άδεια
τη ζωή μου.

Χαράματα και μ' άγγιξαν της μοναξιάς
τα χνώτα. 
Στη μέση ενός ωκεανού νιώθω
να κολυμπάω.
Κάπου στο βάθος σβήσανε του λιμανιού
τα φώτα
και υπάρχει το χειρότερο:
δεν έχω που να πάω.

Σε είδα χθες να φεύγεις
με το πλοίο της χαράς.
Και η Ακτή Μιαούλη δάκρυσε
για μένα.
Φύγε και άλλαξε ζωή μου 'λεγε
ο Πειραιάς.
Και τα καράβια του,
μου σφύριζαν θλιμμένα.

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Μισεμός

Κουρνιασμένα δύο δύο
τα όνειρά μου τα κρυφά
περιμέναν κάποιο πλοίο
να 'ρθει απ΄ το πουθενά.

Έψαχναν μέσα στο κρύο
κι' ήταν όλα σκοτεινά
μήπως και φανεί το πλοίο
να τα πάει στο πουθενά.

Σ' ένα γαλανό τοπίο
τα όνειρά μου ορφανά
δίχως να μου πουν αντίο
έφυγαν στο πουθενά.


Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Το όνειρο

Τ' όνειρο που 'χα από παιδί
μου έπεφτε μεγάλο
και στις μικρές τις τσέπες μου
πάλευα να το βάλω.

Τις νύχτες στο προσκέφαλο
μου 'δειχνε τα φτερά του
αν θα πετάξει έλεγε
θα μ'έπαιρνε κοντά του.

Το όνειρο το παιδικό
πάντα θα με ματώνει
σαν συννεφάκι μακρινό 
που όλο μεγαλώνει.

Πέρασαν χρόνια γέρασα
νύχτες τι με ρωτάτε 
έφυγε 'κείνο μακριά 
κι ούτε που με θυμάται.

Το λέω με παράπονο
πως μ' άφησε στην άκρη
του στέλνω την αγάπη μου
μ' ένα ζεστό μου δάκρυ.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

To γράμμα

Πού είσαι; Χάθηκες.
Και μαζί σου τα παλιά ζεστά καλοκαίρια.
Τα βελούδινα δειλινά.
Οι απέραντοι δρόμοι που πάνω τους κατρακύλαγαν
τα πρώτα σου όνειρα.
Πώς να στο πω τώρα: έχω κρατήσει τη φθορά
που άφησε πίσω της η ομίχλη.
Τα σούρουπα πηγαίνω στα πεσμένα απ' τους ανέμους
τηλεγραφόξυλα για να σκαλίσω επάνω τους
τη γεύση της απουσίας.
Να μη ξεχάσεις πως σ' αγαπούσα
καθώς ο καλός κηπουρός τα χρυσάνθεμα.
Πού είσαι;
Έχω αφεθεί στη σκοτεινιά που κυριαρχεί
στη βουβαμάρα που εξουσιάζει.
Τα τρένα ήρθαν κι έφυγαν αφήνοντας πίσω τους
χρόνια χλωμά κι εποχές άγονες.
Λείπει μια στριγκιά φωνή ένας κρότος.
Λείπει μια φωτογραφία που θα μπορούσε
να διαψεύσει τη νέκρα των πραγμάτων.
Λείπουν τα χρόνια, οι ημέρες, οι ώρες.
Λείπουν οι ιερές στιγμές, τα δευτερόλεπτα.
Λείπεις εσύ.
Πού είσαι;
Να μη ξεχάσεις πως σ΄αγαπούσα
καθώς τα ψηλά βουνά τον αέρα τους.
Πού είσαι;
Αν θες, στείλε μου ένα χρώμα που να μη τρέχουνε
πάνω του σύννεφα. 
Κι εγώ, στ' ορκίζομαι πως όσο θα ζω, θα το ζητώ
στις προσευχές μου:
όλο και πιο μακρύτερα να πας
και πίσω μη γυρίσεις.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Mπορεί

Μπορεί να έπεσα στα δίχτυα σου
αλλά απέτυχες να μου στερήσεις
τη θάλασσα.

Μπορεί να γονάτισα
κάτω απ΄τον ίσκιο σου
αλλά  δε  κράτησες ποτέ
στα χέρια σου το τρόπαιο.

Άπειρες φορές ένιωσα
τα πελώρια νύχια σου
αλλά δε κατάφερες να γδάρεις
τα όνειρά μου.

Μπορεί να χόρτασαν τα μάτια σου
από το φέγγος μου
αλλά δεν έφυγε ποτέ η σκοτεινιά
απ΄τη ζωή σου.

Μπορεί να εγκαταλείφθηκα 
έξω από τη πόρτα σου
αλλά δεν κατάφεραν να με κατασπαράξουν 
οι λύκοι σου.


Τα όνειρα

Τα όνειρα που κάνεις κοριτσάκι
τα ΄χω κάνει
γαλάζια όνειρα σαν τα δικά σου
δυνατά
πουλιά που πέταξαν στο χθες
κι έχουνε πια πεθάνει
βαρκούλες που ναυάγησαν
μια νύχτα στ΄ανοιχτά.

Μιλάς για όνειρα με πάθος
και φοβάμαι
μιλάς και χτίζεις έναν κόσμο φωτεινό
φλόγες που έσβησαν με κάνεις
να θυμάμαι
και μόνος να δακρύζω
χωρίς τελειωμό.

Φωνές ονείρων μέσα μου
έχουνε πια σωπάσει
φωνές ακούραστες σαν τις δικές σου
δυνατές
θύελλες που περάσανε κι έχουνε
πια κοπάσει
σε μια ζωή αθόρυβη τις βρίσκω
περιττές. 
Μ΄ένα χαμόγελο διαλυμένο
πώς να σου πω καλώς όρισες.

Μητρώο

Αν ο ουρανός έχει λευκό μητρώο
πώς γίνετε εμένα τα μαύρα του σύννεφα
αδιάκοπα να με κυνηγούν;