Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Το Καπηλειό

Χαμήλωσαν τα φώτα μες το καπηλειό
κι έφυγαν με σκυμμένο το κεφάλι
οι θαμώνες.
Μπήκες και άνοιξες το τραύμα το παλιό
που μ' έμαθε να πίνω στο ποτήρι
τους χειμώνες.

Σ' αυτό το χώρο δε χωράς,
δω η ζωή βραδιάζει
μαζεύει άτυχες στιγμές
κι άδικα τις μοιράζει.

Τα χείλη στέγνωσαν, ανάψανε φωτιές
είναι τα τζάμια  της ζωής καθρέφτες
που θαμπώνουν.
Μάτια που χάριζαν αξέχαστες ματιές
τώρα αδιάφορα κοιτούν κι αδιάφορα
σκοτώνουν.

Το θύμα

Είχα τον πρώτο αριθμό, λαχείο τ' όνομά της
παιδί κι εγώ της αγοράς, πέρασ' απ' τη καρδιά της.

Ήταν η πρώτη είδηση στα βραδινά δελτία
κι απ' τον εξώστη βρέθηκα, πρώτη σειρά πλατεία.

Ανοίξανε οι κάνουλες, ανάψανε τα φώτα
είπα κι εγώ πως πέρασα, από μεγάλη πόρτα.

Οι δρόμοι όλοι άνοιγαν, με τις δικές της πλάτες
και η ζωή μου γέμισε, αθέατους πελάτες.

Πρώτο ταξίδι δεύτερο, όλα πηγαίναν πρίμα
στο τρίτο και στο τέταρτο, μου είπανε το ποίημα.

Δεν είσαι η εξαίρεση, είσαι μες τον κανόνα
θα δεις ανάποδους καιρούς, θα 'χεις βαρύ χειμώνα.

Να μάθεις την προπαίδεια, ώρα για να πληρώσεις
τα βραδινά φορέματα,δεν πάνε με τις δόσεις.

Κρατούσα το λαχείο μου, και έτρεχα με φόρα
το παραβάν μου έκρυβε, τη μαύρη κατηφόρα.

Κι ένα πρωί σα ν' άκουσα, βήματα πάνω κάτω
κι απ' τη σουίτα βρέθηκα, στης φυλακής  τον πάτο.

Με τσίμπησε και ξύπνησα, του νόμου η τσιμπίδα
κι όσα δεν είδα μια ζωή, σε μια στιγμή τα είδα.

Εγώ με τόσα όνειρα, παιδί απ' το Δουργούτη
πες μου μωρή που έκρυβες, τόσο πολύ μπαρούτη!