Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Ελευσίνα

Το ρολόι χτύπησε έξι
βρέχει στο Θριάσιο
έφυγε χωρίς μιά λέξη
για το εργοστάσιο.

Του προσφέρουνε σα χάρη

μαύρο μεροκάματο
δύο μέτρα παλικάρι
το κερνάνε θάνατο.

Ξύλο κάρβουνο και στάχτη

χάθηκαν οι Κυριακές
ποιος Θεός τον είχε άχτι
και δε του 'δωσε χαρές.

Βράδιασε στην Ελευσίνα

πάντα ίδιος ο λυγμός
κ' είναι σαν ν' ακούς τραγούδι
ο δικός του στεναγμός.

Η Ελλάδα του Βισσαρίωνα

Ξέρω μια  πόλη 
που προσφέρει στους πολίτες
κορίτσια άγια
και αγιοπαίδια που βουλιάζουν
στα μπαράκια σωστά ναυάγια.

Ξέρω σχολεία

που καπνίζουν σα φουγάρα
απ' τα διαμάντια τους
βλέπω δασκάλους με σκυμμένο
το κεφάλι
απ' την κατάντια τους.

Ξέρω δρομάκια

που στεγάζουνε ψυχούλες
μες σε χαλάσματα
και κάποιους νόμους που παρέχουν
προστασία
σε αποβράσματα.

Ξέρω μαμάδες

που αφήνουν τα παιδιά τους
στο σπίτι μόνα τους
ψάχνουν αλλού για να ζεστάνουν
τα όνειρά τους
μες το χειμώνα τους

Ξέρω μιά χώρα

που κοιμάτ' ευτυχισμένη
δίχως οράματα
κι έναν Θεό που περιπαίζει
τα παιδιά του
κάνοντας θαύματα.

Στροφές ονείρου

Έφυγες δίχως αντίο
τ' όνειρο μαράθηκε
ώρα πέντε και το πλοίο
στο γαλάζιο χάθηκε.

Πως περάσανε οι έξι

πλησιάζουν οι επτά
ζωγραφίζω μία λέξη
με στιγμές και με λεπτά.

Στις οχτώ θα σταματήσω

λίγο να ξεκουραστώ
κάτι να σου τραγουδήσω
που να λέει:ευχαριστώ

Στις εννέα και στις δέκα

θα μιλάω στις σκιές
και θα ψάχνω μια γυναίκα
στου μυαλού μου τις στοές.

Έντεκα σαν θα χτυπήσει

θα με πάρει ο ποταμός
κάπου εκεί θα σταματήσει
και του κόσμου ο παλμός.

Δώδεκα μη το ξεχάσεις

να 'σαι στο κρεβάτι μου
φίλα με να με ξυπνήσεις
να σου πω: Αγάπη μου.

Της μελαγχολίας

Άλλαξαν τα χρόνια άλλαξαν
και οι ιδέες γέρασαν χωρίς αιτία
τα μαγαζιά της σκέψης κλείσανε νωρίς
αφήνοντας τις τύχες τους στην αλητεία.

Έσταξε το δάκρυ έσταξε

από τα μάτια των σοφών που λιγοστεύουν
κάποια παιδιά πεινάνε δίχως γράμματα
και κάποια άλλα που χορτάσανε νηστεύουν.

Λάθεψε ο κόσμος λάθεψε

και νύχτα χάραξε αντίθετη πορεία
έγιναν όλοι μέλη μιας παράκρουσης
και τη ζωή τους ζουν κάνοντας αγγαρεία.

Πέρασαν τα τρένα πέρασαν

στο σταθμαρχείο σβήσανε τα λίγα φώτα
πήρε το δρόμο που οδηγεί στο καπηλειό
κι έτσι απλά τον πήρε η κάτω βόλτα.

Ταξίδι μοναξιάς

Πήρα βαρκούλα πέντε μέτρα
με πανί.
Άφησα πίσω τη στεριά κι έβαλα
πρόσω.
Με είχε διώξει η Μαρίνα
κι η Φανή.
Κι είχα στο χέρι τα παπούτσια
απ' τη Φρόσω.

Από την Άνδρο,Τήνο πέρασα

ξυστά
Γύρισα μπάντα τον καιρό κι έπιασα
Πάρο.
βρήκα τα μαγαζιά του λιμανιού
κλειστά.
Κι έβαλα πλώρη μες τη νύχτα
να σαλπάρω.

Είχα διαλέξει στη ζωή δρόμους

γκρεμούς.
Και το τιμόνι  μου 'πε κάποιος
θα το χάσω.
Ξόδεψα νιάτα σε εφήμερους
δεσμούς.
Και κάνω κύκλους στο Αιγαίο
να ξεχάσω.

Από την Άνδρο, Τήνο πέρασα

ξυστά.
Γύρισα μπάντα τον καιρό κι έπιασα
Πάρο.
Βρήκα τα μαγαζιά του λιμανιού
κλειστά.
Κι έβαλα πλώρη μες τη νύχτα
να σαλπάρω.

Το μήνυμα του φονιά

Ήρθες και σ' αγκαλιάσανε και στάθηκαν κοντά σου 
έστησαν γλέντια στις αυλές κι έπιναν στην υγειά σου.

Σε βλέπουνε σαν αρχηγό και μένα σαν εχθρό τους

κι από αιτία του κακού έγινες άγγελός τους.

Εκείνοι που σε διώξανε σε ραίνουν με λουλούδια 

και οι κουβέντες οι πικρές 'γίναν γλυκά τραγούδια.

Το Χάρη τον ξεχάσανε κι όλοι σε συγχωρούνε

σου πλέκουν το εγκώμιο και σε παρηγορούνε.

Ήρθες και δε τους ρώτησες αν έχω μετανιώσει

ποιος ήθελε το σκότωμα και ποιόν να είχα σώσει.

Λοξές ματιές στον καφενέ να δούνε τι θα κάνω

έντεκα χρόνια φυλακή πρόλαβα να πεθάνω.

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Ρηνιώ

Καραβάκι του Αιγαίου άλλαξε τη ρότα σου
και στης Νάξου το λιμάνι άναψε τα φώτα σου.

Βάλε ναύτη παλικάρι στην ωραία πλώρη σου
στη Ρηνιώ μου να φωνάξει έρχεται τ' αγόρι σου.

Να φυσήξουν τα μελτέμια για ν' ακούσει τ' όνομά της
κι όλ' η χώρα να μεθύσει σαν θα βάλει τ' άρωμά της.

Βάλε ναύτη παλικάρι στην ωραία πλώρη σου
στη Ρηνιώ μου να φωνάξει έρχεται τ' αγόρι σου.

Κράτα πρόσω καραβάκι κι άσε να σφυρίζ' η κόρνα
να βουίξουν οι Κυκλάδες με το γάμο του αιώνα.

Γελαστά Καράβια

Καράβια της αλμύρας
και της κακιάς μου μοίρας
με αρνηθήκατε.
Τα ξένα ακρογιάλια  
να βλέπω με τα κιάλια 
μου ευχηθήκατε.

Τα δόλια όνειρά μου
δε λογαριάζατε
σας έκανα σινιάλο
κι εσείς γελάγατε.

Στης θάλασσας το κύμα
ακόμα ένα θύμα
εσείς χαρίσατε.
Μα στου βυθού τη χώρα
θα πω σαν έρθ' η ώρα
καλώς ορίσατε.

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

ΕΛΕΝΗ

Την ώρα που η θάλασσα μακραίνει
και τρέχω για το σπίτι στο βουνό
το νου μου κυριεύει μια Ελένη
που διάλεξε να ζει στον ουρανό

χρόνια που πέρασαν με φόρα

φλόγες καπνοί και μαύρη λήθη
η αλήθεια που με πρόδωσε
μου 'πε πως ήταν παραμύθι

φωνές ακούω να με κυνηγάνε

και τρέχω να κρυφτώ στο παρελθόν
το μέλλον έχει κάτι που φοβάμαι
και νιώθω να με διώχνει το παρόν

χρόνια που πέρασαν με φόρα

φλόγες καπνοί και μαύρη λήθη
η αλήθεια που με πρόδωσε
μου 'πε πως ήταν παραμύθι

Την ώρα που το σούρουπο μ' αγγίζει

με ίσκιους χτίζω κάτι μαγικό
ο κόσμος που αγάπησα ραγίζει
κι εγώ γελάω σα το ξωτικό.

Της Πατρίδας

Θάλασσα χρώμα
των κουπιών ο αχός 
τραγούδι πατρίδας με φως

Κάβοι λιμάνια αφανέρωτα

δώρα του γαλάζιου της έρωτα

Θεών ευχές 'γίναν φυσήματα

δικά της για πάντα
του κόσμου τα κύματα

έχει τη χάρη αέρα κι ορμή

το όχι δε γνώρισε
ποτέ της το μη.

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Δρόμοι κλειστοί

Γκρίζα τοπία δρόμοι στενοί
οι άδειες Κυριακές τον κυνηγούσαν
περίμενε τα τρένα στους σταθμούς
που πάντα αργούσαν

Νύχτες αγρύπνιας ώρες βαριές
πόλεις που γέμισαν από φαντάρους
βάρκα η ζωή του δίχως κουπιά
και δίχως φάρους

Σκόνη ονείρων χρώμα σιωπής
ο χρόνος πλάι του αργοκυλούσε
τύπωνε εισιτήρια φυγής 
και τα πουλούσε

Σοκάκια θολά μέρες βροχής
δεν πέρασε ποτέ ο ταχυδρόμος
γέρασε κι ακόμα καρτερεί 
ν' ανοίξει ο δρόμος.

Ο κόσμος σήμερα

Με τρομάζει η σοφία
και των ειδικών η γνώμη
με τρομάζει κ' η μαφία
που δε ξέρει τη συγγνώμη

Με τρομάζουνε οι μάζες
και οι σκόπιμες πορείες
με τρομάζουν και οι μπάζες
από έργα κι ευκαιρίες

Με τρομάζουν οι ανέσεις 
και οι έξυπνες ιδέες
τα παιδιά με τις ενέσεις
και τα σπίτια με κεραίες

Με τρομάζουν οι ανάρχες
με  τη μαύρη πελατεία
οι μεγάλοι καναλάρχες
με τα βραδινά δελτία

Με τρομάζει η πληθώρα
των υπόπτων αγαθών
και των ηθικών η φόρα
που τους σέρνουν στο ηθών

Με τρομάζει και το ύφος
του νεόπλουτου χωριάτη
της αριστεράς ο μύθος
στη κασίδα του εργάτη

Με τρομάζουν οι φασίστες
που το δείχνουν με καμάρι
με τρομάζουν και οι μύστες
που 'χουνε κοιλιές νταμάρι

Γραμματείς και φαρισαίοι
ευυπόληπτοι πολίτες
άρχοντες και αρουραίοι
και ισόβιοι αλήτες

Δώστε πίσω τα όνειρά μου
ν'ακουστούν σαν ιαχή
να προλάβω στα παιδιά μου
να τους δώσω μιάν αρχή.

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Ήρθε με κάποιο χάραμα
και με το καλημέρα
λόγια ζεστά και μουσικές
σκόρπισαν στον αέρα.

Τα βήματα ανόρεχτα
χόρευαν στο ρυθμό της.
Δύο λοξά, τρία μπροστά
κι έπεφτα στο γκρεμό της.

Παλιές γιορτές και χρώματα
χάθηκαν στο σκοτάδι.
Τα φώτα σβήναν γύρω μου
κι άναβαν στον Άδη.

Μου έδειξε την άβυσσο
και μου 'πε να βαδίσω.
Μύριζε θάνατο παντού
και ήθελα να ζήσω.

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Αποχαιρετισμός

Όλο το χθες ήταν δικό σου.
Δεν είχα εγώ δική μου ώρα.
Ζωή για δυο το μερτικό σου
κι έφυγες πάνοπλος σε ξένη χώρα.

Γκρίζες στιγμές, έρημοι δρόμοι.
Σκοτάδι, φως, χωρίς ουσία.
Λόγια στεγνά, γερμένοι ώμοι,
χρόνια που σκότωναν με απουσία.

Μέρες σιωπής, βαθιά σημάδια.
Πηγή ζωής, τ' ανάστημά σου.
Πήρες ευχές και μύρια χάδια
κι άφησες πίσω σου το «το γεια χαρά σου».

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Νοσοκομείο Σωτηρία

Χθες,
όλη τη νύχτα,
σου κρατούσα το χέρι.
'Αλλον τρόπο δεν είχα,
για να σου μεταδώσω δύναμη
και κουράγιο.
Χθες,
σου κρατούσα το χέρι
και χωρίς να μιλώ,
σου έλεγα
για κάποια ζεστά κόκκινα μεσημέρια,
για κάποια ώριμα νησιώτικα σταφύλια,
για κάποιες μακρινές βελούδινες νύχτες 
που χάθηκαν από τις καρδιές μας
για πάντα.
'Ολ' αυτά, σου τα 'λεγα χθες,
την ώρα που σου κρατούσα το χέρι.
...Και σήμερα,
δεν ξέρω γιατί,
               το χέρι σου,
                           πάγωσε.  

Κίρκη

Στα θαλασσινά της ρούχα
είδα χάρτες ναυτικούς, 
στις φουρτούνες των ματιών της
χίλιους είδα ναυαγούς.

Καταιγίδες και μουσώνες
γνώρισα στη ρότα της,
οι σειρήνες της απάτης
μ' έριξαν στην πόρτα της.

Είχε φύκια στα μαλλιά της
που τις νύχτες φέγγανε,
πλοία μπαίναν στην καρδιά της
που ποτέ δε φεύγανε.

Μια καταραμένη Κίρκη
που μου θόλωνε το νου
κι εγώ ένας Οδυσσέας
ενός κόσμου αλλουνού.

Για να σε γλυκοκοιμίζω 
το 'κανα παραμυθάκι,
το 'ζησα κι ειν' αλήθεια
καλοκαίρι στην Ιθάκη.  

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Το παιδί της θάλασσας

Ήταν παιδί της θάλασσας
το ξέβρασε το κύμα
σκιά της κάθε γειτονιάς
και της ζωής το θύμα.

Το ξόμπλι της Πειραϊκής
θέμα για ιστορία
το βιός του ένα όνομα
βράδυ- πρωί . . .  Μαρία!

Είχε δυο χάρτες ναυτικούς
κι έναν παλιό εξάντα
φαινότανε απόμαχος
ετών σχεδόν σαράντα.

Τον είχαν για θελήματα
του δρόμου οι κυρίες
όλες τις είχε αδερφές
κι όλες γι’ αυτόν . . .  Μαρίες.

Τις νύχτες στο Ικόνιο
κοιμόταν στις νταλίκες
ήταν παιδί για «δούλεμα»
στου λιμανιού τις κλίκες.

Τον ρώταγαν τι έφταιξε
κ’ ήρθαν τα πάνω κάτω
ποιος έρωτας τον βύθισε
και άγγιξε τον πάτο.

Μα κείνος πάντα σιωπηλός
κοίταζε μ’ ένα πάθος
καράβια που ‘γιναν καπνός
στ’ ορίζοντα το βάθος.

Προχθές το βράδυ μπάρκαρε
μαζί με τ’ όνειρό του
πήρε μαζί του μυστικά
και το παράπονό του.

Το γελαστό του πρόσωπο
δε μας χαμογελούσε
μα το σφιγμένο χείλι του 
για μια Μαριώ μιλούσε.



Νύχτες του Έρωτα

                
Νύχτες του έρωτα κι εγώ με τον έρωτα
τρεχάτα μου όνειρα ζαρκάδια ανημέρωτα.
Στις νύχτες ταξίδευα και ζούσα με νύχτες
ακούραστος γύριζα με του χρόνου τους δείχτες.

Το χάραμα έρχεται η ώρα ζυγώνει
ήλιε τ’ απέραντου ο κόσμος παγώνει.
Το μέλλον με πρόδωσε κι εγώ θα καλπάζω
στη σκόνη του σύμπαντος, γη σε χλευάζω.  

Οι μέρες με ψάχνανε κι εγώ τις ζητούσα
μεθούσα μ’ αρώματα, μάγους ξένους ρωτούσα.
Μ’ ανάθρεψαν κύματα, με ντύναν βοριάδες,
αγάπησα αγάλματα, μικρές συμπληγάδες.



Ο Ξενοφώντας


Στους σταθμούς της φαντασίας
περιμένει ο Ξενοφώντας
το κορίτσι μιας ταχείας
που ‘ρχεται αγκομαχώντας.


Φεύγουν κι έρχονται τα τρένα
κι οι ελπίδες λιγοστεύουν
οι ομίχλες μιας απάτης
στ’ όνειρό του τον χαϊδεύουν.


Χρόνια τώρα ο Ξενοφώντας
στους σταθμούς της δυστυχίας
περιμένει τραγουδώντας
το κορίτσι μιας ταχείας.


Φεύγουν κι έρχονται τα τρένα
κι οι ελπίδες λιγοστεύουν
οι ομίχλες μιας απάτης
στ’ όνειρό του τον χαϊδεύουν.


Τον πλανεύει η ευτυχία
που ‘ρχεται μ’ αργούς ρυθμούς
τον προδίδει μια ταχεία
σε ανύπαρκτους σταθμούς.  


Το Μετρό

                         
Περνούσαν κι έφευγαν τα τρένα κουρασμένα
το βράδυ κείνο που σε είδα στο μετρό
τα μαύρα μάτια σου με κοίταζαν θλιμμένα
κι ένα αεράκι με φυσούσε παγερό.


Μας χωρίζανε αντίθετες πορείες
κι οι γραμμές που διασχίζαν το σταθμό
μας κοιτούσαν δυο κοντόχοντρες κυρίες
που δεν έδειχναν μια στάλα σεβασμό.


Με τα μάτια μου σου έκανα σινιάλο
με τα μάτια σου μου είπες  είν’ αργά
είδα κι έσταξε το δάκρυ σου μεγάλο
μες το πλήθος που περίμενε βουβά.


Μας χωρίζανε αντίθετες πορείες
κι οι γραμμές που διασχίζαν το σταθμό
μας κοιτούσαν δυο κοντόχοντρες κυρίες
που δεν έδειχναν μια στάλα σεβασμό.