Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Ελλάδα

Που να βρεθεί χώρος για μοναξιά
ανάμεσα σε τόσο ψηλά, περήφανα βουνά
κι εδώ πλάι στο γαλάζιο Αιγαίο,
με τα ιερά κύματα;
Που να βρεθεί χώρος για μοναξιά
μπροστά στις φλύαρες σκοτεινές σπηλιές
και στις πλαγιές που σήκωσαν ανάστημα
τα μουσκεμένα απ’ την αχλή,  νησιώτικα αμπέλια.
Με τόσο πυκνό θυμάρι και μέντα
πλάι σε πλακόστρωτους αρχαίους δρόμους.
με τόσα άσπρα σπίτια ηλιόλουστα!
Πού να βρεθεί χώρος για μοναξιά; Πού;                          


Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Της Δραπετσώνας



Τώρα που καταλήξαμε σε αβαθή νερά 
κ' οι στεριανοί χωρίς ντροπή μας βλέπουν μ' άλλο μάτι.
Εμείς κρυφά θα φεύγουμε να βρούμε τη χαρά,
έχοντας χάρτες που μετρούν τα μήκη και τα πλάτη.

Πορείες θα χαράζουμε στρέιτ στο παρελθόν.
Μπάρκο στρεβλό στα μακρινά λιμάνια της Ασίας.
Το μέλλον μας εστέρεψε και τρίζει το παρόν
κι εμείς ταξίδια κάνουμε μέσω της φαντασίας.

Στείρα ζωή μες στο πιοτί, θάλασσα δύο γιάρδες.
Σαμπάνι για τις θύμησες και μάινα το βαρούλκο.
Η ζέστη αφόρητη, ιδρώτας, διπλοβάρδιες 
κ' η μυρωδιά του λιμανιού, μας πάει προς το βούρκο.

Στα μπαρ της κόλασης θολές μας τύλιξαν ματιές.
Περνούν γυναίκες δίπλα μας,
κουφάρια ξεχασμένα.
Ρουφάνε δηλητήριο και σβήνουνε φωτιές,
ψάχνοντας μέσα σε καπνούς για όνειρα χαμένα.

Λόγια στεγνά, ήχοι βουβοί, μιας πόλης που κοιμάται.
Ψάξε στις πλώρες για να βρεις 
κομμάτια της ψυχής μας.
Η νιότη μας και αν ράγισε ακόμα τους θυμάται,
τους έρωτες κάποιας παλιάς αλήτικης ζωής μας.

Σκέψεις κρυφές που τρέχουνε
στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ.
Γερνάμε κι όλο πέφτουμε στο μάτι του κυκλώνα.
Ό, τι σ' αρνήθηκε, άπονα, η Ντεμπ στη Σαιγκόν
φτάνει να θες και να μπορείς, το 'χει κ' η Δραπετσώνα.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Γέροι ναυτικοί

Απ’ το Καραβοστάσι μέχρι το Μότζι,
την Ιτζόν
κι απ’ τα πανιόλα της σιωπής,
ως το ψηλό κατάρτι,
τσούρμο τ’ αλάνια ακολουθούν χαρούμενα
τον Τζον
κ’ οι αναμνήσεις στο Περού κάνουν τις νύχτες
πάρτι.

Αμίλητοι και με λυμένα πρυμάτσα
τα κορμιά,
μπαρκάρουνε αθόρυβα και πάνε
σ’ άλλα μέρη,
χαμένοι σε κάποιου καφενέ την
άχαρη γωνιά,
παίρνουνε στίγμα αυγινό κι ας τρέμει
το ‘να χέρι.

Μες το μυαλό, σα φυλαχτό κρατούν
υγρές εικόνες,
τα κύματα στον ινδικό, κάνουν
ακόμα μάγια,
βροχή τ’ αλάτι στη ματιά, δώρο
απ’ τους μουσώνες
και τη μικρή που γέρασε, θυμούνται
στην Πατάγια.

Σκιές αμέτρητες, εδώ τις νύχτες
κάνουν βάρδια.
Καράβια που σκουριάσανε και βούλιαξαν
στη λήθη.
Έχουν φορτίο θύμησες κι ας μοιάζουν
να ‘ναι άδεια.
Κι αναπολούνε μια ζωή που μοιάζει
παραμύθι. 

Το "επάγγελμα"

Πρώτο δεύτερο στενάκι
έστριβα αριστερά
κι έτρεχα στο Κατινάκι
που μου πούλαγε χαρά.

Μου ‘λεγε κι εγώ μεθούσα
είσαι το καμάρι μου
κι αν με κέρδισαν οι νύχτες
γίνε το φεγγάρι μου.

Πρώτο δεύτερο στιχάκι
τ’ άκουσα το άγγελμα
όντας άμυαλο παιδάκι
το ‘δα σαν επάγγελμα.

Ο καιρός φύσαγε πρίμα
κι οργανώθηκα σωστά
και το γκρίζο σχέδιό μου
πήρε σάρκα και οστά.

Πρώτος δεύτερος πελάτης
πήρε μπρός το μαγαζί
με τους νόμους της απάτης
τους εδούλευα γαζί.

Πέρναγε σπουδαίος κόσμος
άρχοντες και ευγενείς
στο ημίφως μιας κατάντιας
βρήκα χίλιους συγγενείς.

Πρώτο δεύτερο φεγγάρι
μου ‘ρθε κι ένα μήνυμα
κάποιοι με φτωχό παγκάρι
ζήταγαν το τίμημα.

Βράχηκα στην καταιγίδα
κι έλαβα τα μέτρα μου
σα μαέστρος μιας ορχήστρας
πήρα την μπαγκέτα μου.

Πρώτο δεύτερο χουνέρι
να λαδώσω φρόντισα
και στ’ αγύριστου τα μέρη
άστραψα και βρόντησα.

Είχα το επάνω χέρι
«Γκρέκο» με το όνομα
τρεις ψυχούλες φοβισμένες
ήτανε το δόλωμα.

Πρώτο δεύτερο στραπάτσο
μαύρα φίδια μ’ έζωσαν
έστειλα το χρήμα μάτσο
κι έπεσαν και μ’ έσωσαν.

Έδιωξα το Κατινάκι
κι έφερα την Ευρυδίκη
με τη Γιάννα και τη Ρίτα
ήρθε και η Θεία δίκη.

Πρώτη δεύτερη του κλέφτη
τρίτη με τσακώσανε
ήταν η σειρά του φταίχτη
και με τσαλακώσανε.

Τώρα στου κελιού την άκρη
κι από τη ζωή απών
βλέπω πίσω μου το μέλλον
και μου λείπει το παρόν.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Φύγε μου είπες, 
φύγε!
Και καθώς κοιμόμουν,
η φωνή σου ακούστηκε σαν όνειρο,
που κοντά στα μεσάνυχτα,
γκρεμοτσακίστηκε.
Λυπάμαι εκείνους που έπεσαν μάταια
στα πεδία της μάχης.
Λυπάμαι κι εκείνους που στη πρώτη τους άνοιξη
λύγισαν.
Λυπάμαι εκείνους που σε δρόμους αδιέξοδους
χάθηκαν, ψάχνοντας για μια καινούρια πατρίδα.
Και δεν θα πάψω να λυπάμαι τους φτωχούς και της ζωής τους νικημένους.
Μα πιο πολύ λυπάμαι εκείνους που δεν γνώρισαν την αγάπη.
Μόνο για ’κείνους δάκρυα έχω
και τα κρατώ, μονάχα για ’κείνους.

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Αστρακιά (Ελλάδα)

Η αδέσποτη στριγκιά φωνή που
ακούστηκε,
ταλάντωσε τον απέραντο κήπο των άστρων
και το κακό όνειρο ξύπνησε.
Κ’ είδα τότε  γύρω μου τις πορτοκαλιές,  
όλες μαζί να κλαίνε,
ενώ κάποιος παράμερα, 
με ύφος πένθιμο, 
έλεγε τραγούδια  σ’ ένα τσούρμο σκιών που χόρευαν γύρω του 
και πρόστυχα χειρονομούσαν.
Με το χάραμα,
έτρεξα να πλυθώ με νερό βρόχινο που μοσχοβολούσε αγίασμα.
Και πριν μ’ αγγίξει το πρώτο κάμα του καλοκαιριού,
βγήκα στην απλάδα και με χάδια χτένισα τα ευλογημένα χρόνια
ενώ τ’ αγριολούλουδα  γύρω μου,
φιλονικούσαν μεταξύ τους για την αναίτια σιωπή των χρωμάτων.
Ο ίλιγγος  των αισθήσεων με ώθησε να υποκλιθώ στ’ αρχαία άσπρα βότσαλα.
Και να φιλήσω μ’ ευλάβεια της πατρίδας  μου τα κόκκινα σταφύλια.
Πήρα τότες μια μπουκιά  ανάσας  και με την πιστή φλογέρα μου στο χέρι βγήκα στης Αστρακιάς το διάσελο.
Εκεί που οι αέρηδες  τις νύχτες μοιράζουν  μεταξύ τους  πολύτιμα λάφυρα
που άλλο δεν είναι, παρά  οι  στεναγμοί της οικουμένης.
Και τότε…
Εγώ,  του κόσμου όλου ο μικρότερος ποιητής, αγκάλιασα με το ανατολικό μου βλέμμα τις πρώτες φλόγες του ορίζοντα
και δίχως να κιοτέψω μήτε μία στιγμή  άνοιξα το στόμα μου και είπα:

Αγέλαστα πρόσωπα ξένα, που ήρθατε στους κήπους της Αστρακιάς για να θάψετε αστέρια και υάκινθους.
Aκούστε τι έχω να πω για σας και τις κακές σας συνήθειες.
Και πριν προλάβω να πω περισσότερα είδα κόσμο πολύ να συρρέει απ’ όλες τις κατευθύνσεις και να συγκεντρώνετε στα χαμηλά ενώ μυριάδες μάτια με κοιτούσαν με κατάπληξη κι όταν η μάζωξη του πλήθους κόπασε.  πήρα ανάσα βαθειά και συνέχισα.
Αφήστε  τον λαϊκό συνοικισμό στα βάσανά του.
Αφήστε τον να ξυπνά και να τραγουδά τα μικρά του  θαύματα.
Αφήστε τον να κοιμάται και να ονειρεύεται μονοπάτια.                                                                          
Στο σπίτι της μάνας μην αφήνετε δωμάτια κενά  και τοίχους στολισμένους με ξενιτεμένα χάρτινα τοπία. 
Μη του μαγαρίζετε το γάλα της ζωής και μη του φτύνετε χώματα που  πάνω τους κόπηκαν  ιερές ανάσες.
Αφήστε τον να υφάνει από την αρχή τα ξεφτισμένα του ιδανικά και μη σταθείτε εμπόδιο στο μεγάλο ποτάμι.
Αφήστε τα ήρεμα νερά του να φτάσουν στη θάλασσα.                                                    Ειδάλλως, θα χαράξει γρήγορα μέρα λαμπρής γιορτής
και θ’ αντιβουίξουν φαράγγια λόγγοι και σπηλιές
και δόντια παιδιού από οργή θα τρίξουν 
και θα σειστούν δάση, βουνά, ποτάμια.                                   
Πάθη ανεμόδαρτα θα ξυπνήσουν και θα τρέξουν όπως τρέχουν  
τα νερά σ’ ανατολή και δύση,  και πέτρα δε θα μείνει πάνω στη πέτρα.                                                                               
Θα γογγύξουν  οι δρόμοι της φυγής σας
και τρικυμίες κόκκινες θα πνίξουν τους ανυπόφορους ίσκιους σας.                                                                                              

Κι έχω τούτο να πω σε σας που αφήνετε στις βραδινές καταιγίδες την πόρτα του σπιτιού σας ορθάνοιχτη. Ακούστε μια λαχανιασμένη φωνή  που έρχεται απ τα ουράνια δάση.
Την ώρα τούτη που ανυποψίαστοι γιορτάζετε  τη τελευταία σοδιά των ονείρων σας, σκοτεινά μυαλά
στάζουν κακές αποφάσεις.
Κι αβυσσαλέα σκόνη έρχεται να σκεπάσει τη φτωχή σας ζωή.

Αδέλφια της πεντάμορφης Αστρακιάς.
Σηκώστε τα ανάστημα σας στις παλίρροιες των μαύρων καιρών
πριν σας παραμορφώσουν τα βάσανα και πριν σας σκεπάσουν τα βλέφαρα του Ήλιου.
Ειδάλλως παραχωρήστε από τώρα το μισό κρεβάτι σας στην απόγνωση
και παραδώστε αδιαμαρτύρητα τις ήρεμες νύχτες σας
στις χορωδίες των λύκων.


Αδέλφια της ξακουστής στα πέρατα  Αστρακιάς.

Πάψτε να ζείτε σε δωμάτια
που κάποιος θάνατος άφησε τη μυρωδιά του.
Ξεφυλλίστε τις σελίδες που δεν έπαψαν ν’ αναπνέουν και να καθοδηγούν.
Αφουγκραστείτε αιώνων χειρόγραφα που θρηνούν,
καθώς  ηθελημένα εσείς παραδοθήκατε σ’ ένα αέναο λαμνοκόπι δίχως προορισμό.
Με πρόσωπα που τα τσάκισαν οι θυσίες
και οικτρά γελασμένοι από μιαν ανέντιμη υπόσχεση προσωρινής ευτυχίας,
περιμένετε στο μαρτύριο της ουράς τώρα,  ν’ ανταμειφθείτε μ’ ένα ταξίδι αναψυχής στο αδιέξοδο.
Αμέριμνοι,  αδαείς και μακάριοι
θα καταντήσετε γρήγορα έρμαια μιας χειμωνιάτικης  νύχτας.
Και σαν τα πράγματα που δεν έχουν πεπρωμένο,
τα παιδιά σας θα διακοσμούν στα κτισμένα με μόχθο σπίτια σας,
τα σαλόνια των ξένων.

Αδέλφια της ανεκτίμητης Αστρακιάς.

Πως μπορείτε ν’ ατενίζετε το μουντό αύριο με προσευχές
και να τρέφεστε με φρούδες ελπίδες.
Ακούστε τους αλαλαγμούς των βαρβάρων.
Δείτε τους διψασμένους για αίμα στρατούς
που πλησιάζουν για να ποδοπατήσουν της πατρίδας σας,
το γρασίδι που καταχωνιάσατε το θάρρος της γνώμης σας.
Το θράσος
Την αυθάδεια
Το σπάσιμο της αλυσίδας.
Μπείτε τρέχοντας στα όνειρα των παιδιών σας και ξηλώστε
τους ιστούς της αόρατης αράχνης.
Σήμερα!
Τώρα!
Προτού κληρονομήσουν οι επερχόμενοι φύλλα ξερά από νεκρά φθινόπωρα.



Αδέλφια της ηλιόλουστης Αστρακιάς.

Η ανατολή δεν είναι για εκείνους που τη περιμένουν.
Είναι για εκείνους που τη κυνηγούν.
Τρέξτε να σκάψετε τα χωράφια σας που μαράζωσαν
και σπείρετε φωνές παιδιών,
πλάι στα ρείθρα και στις πλαγιές.
Για να θερίσετε αύριο εύθυμα χρώματα
Για να πλύνει ο κόσμος σκέψεις που σκούριασαν.
Με θαλασσί, με πράσινο, με κίτρινο και μπλε.
Και με στυφές του δάσους μυρωδιές να μεταλάβει τη γεύση των ιδεών που δε γεννήθηκαν στη λάσπη.





Αδέλφια της αγέρωχης Αστρακιάς.

Το μέλλον δεν είναι  ο δρόμος που θ’ ανοίξετε αύριο.
Είναι η θέληση να μην απαρνηθείτε το χθες.
Ξεφυλλίστε τα ημερολόγια των προγενεστέρων κι ελάτε κατόπιν εδώ
στον εξώστη που μας χάρισαν οι αιώνες τα δώρα τους.
Αφουγκραστείτε τις φωνές των πατέρων
και διδαχτείτε από τις εποχές.
Και με σοφές διδαχές προικίστε τα παιδιά που τρέχουν
να σας συναντήσουν, με λάμψεις
ουράνιες.




Αδέλφια της υπερήφανης Αστρακιάς.

Γυναίκες και άντρες,
δε θα σας απαλλάξει το λευκό σας μητρώο,
αν δε σηκώσετε ανάστημα  αντίκρυ στους ένοχους που σας αξιολογούν.
Καθώς εκείνοι σπαταλούν κι εσείς πεινάτε.
Κι ενώ εσείς  χειμάζετε, εκείνοι τραγουδούν.
Μη σας πλανεύουν τα φιλεύσπλαχνα χάδια τους.
Δείτε  την απέραντη ανθρωπιά τους.
Πάνω στης γης το τραπέζι μ’ ένα κομμάτι ψωμί,
ζητούν ο κόσμος να χορτάσει.





Αδέλφια της ανυπόταχτης Αστρακιάς.

Ανάμεσα  σε ξένες σκιές που βρυχώνται
πού θα βρείτε χώρο να πλαγιάσετε;
Κοιτάξτε κάτω από τα νέφη πως κρέμονται τα φοβισμένα σας όνειρα.
Πρόσωπα άγνωστα, σκοτεινά έρχονται για να θάψουν γόνιμα χρόνια.
Αγαπημένες διευθύνσεις θ’ ακούγονται ξένες.
Κι εσείς με τις ξεχαρβαλωμένες αποσκευές σας γεμάτες αποκαΐδια θα μετακομίζετε ολοένα  στην άγνωστη
χώρα των καιρών, αφήνοντας πίσω σας
δάκρυνους δρόμους, για να κάνουν τα ξερά σούρουπα, οι στεναγμοί των παιδιών σας περίπατο.

Αδέλφια της βαριόμοιρης Αστρακιάς.

Που είναι η φλόγα που ξεπηδούσε από τα μάτια σας;
Τι απόγινε το μέταλλο της θέλησης που άνοιγε ποτάμια;
Ποια πνοή έκοψε την πανάρχαια ορμή που περνούσε θάλασσες και στεριές;
Που έσπασε το υφάδι του χρέους;
Που μπλέχτηκε το στημόνι της αρετής;
Ποιος θα κρατήσει τα παιδιά κοντά στ’ αμπέλι και στα λιόδεντρα;
Ποιος θα τα μεθύσει με σοφές διδαχές πλάι στα ώριμα σταφύλια;
Πως θα βρεθεί το ηλιόλουστο αύριο και απλόχερα να τους το χαρίσετε, αν πρώτα εσείς δε κρατήσετε το τσαπί και το ξινάρι;
Με ποιες φλόγες θ’ αντισταθείτε στον ξένο άνεμο που σέρνει τις νύχτες τα όνειρά σας σαν κουρελόχαρτα.
Αν δε πάψετε να βλέπετε τη ζωή σας σαν ένα δυστύχημα χωρίς αίματα.


Αδέλφια  της σιωπηλής Αστρακιάς.  

Προτάξτε τα στήθη σας  και ορθώστε το δόρυ της ιστορίας σας,  
σ’ εκείνους που υφαίνουν τα  σάβανα της εποχής του Aπρίλη.
Προστατέψτε τα ενθύμια των πατέρων.
Μη καταντήσει, μη
Τούτη η γη η χώρα των αλλοπαρμένων.
Σήμερα
Τώρα
Προτού σκεπάσουν οι ξένες στάχτες διευθύνσεις κι ονόματα.
Προτού κύματα και βροχές  πνίξουν  περάσματα θρύλων,
φωνές τόπων και θυσιών.
Και στο βρόντο πάνε οι κόποι απερχόμενων γενεών.
Κι απομείνει στους έρημους δρόμους
ο κουρνιαχτός της ήττας  και οι σχισμένες από τους βραδινούς
ανέμους αφίσες, να μαρτυρούν πως από εδώ και πουθενά αλλού
άναψε το φως που τραγούδησε
ο κόσμος.

Κι όταν  ένιωσα πως στέγνωσα από λόγια κι άλλα δεν είχα στο στόμα για να πω,
κάποιος βραχύσωμος, με κόκκινα μαλλιά και πουκάμισο από δάκρια μουσκεμένο, ξεχώρισε από το μπουλούκι πλησίασε τα βράχια
κι αφού πρώτα με κοίταξε με δέος,
με φωνή σπασμένη από τρικυμίες, ρώτησε:
Ποιος είσαι άγνωστε;
Γιατί στέκεις στης Αστρακιάς το διάσελο σαν απολίθωμα
και με υγρές λέξεις έλουσες τα κεφάλια μας;
Γιατί άφησες τη δυνατή φωνή σου να φτάσει στο κατώφλι μας;
Να σκεπάσει τη γκρίνια της Αργυρώς στο καλντερίμι.
Το βήχα του φυματικού στη πίσω αυλή.
Τον ήχο της ζαριάς του αμέριμνου που απολαμβάνει το ραχάτι;
Ποιος δρόμος καλός σ’ έφερε στα μέρη μας άγνωστε κ η θάλασσα μύρισε θάλασσα;
Και γλυκολάλησε ξανά το πετροχελίδονο στη μαρκίζα
και το ξανθό κορίτσι στο παράθυρο γέλασε όπως γελούν τα νιάτα;


Προχώρησα τότε ένα βήμα μπροστά κι αφού στάθηκα
ν’ αποθαυμάσω το αντιφέγγισμα  πάνω  στ’ αμέτρητα λιακωτά,  
απάντησα:
Δεν είμαι άγνωστος
Οι άνθρωποι όλου του κόσμου με διάλεξαν για να τους κάνω θελήματα.
Γεννήθηκα αντίκρυ  από τα μάτια σας,
μα έχτισα το σπίτι μου στα μάτια σας.
Μπροστά από το κατώφλι μου άκουγα να κυλάει τα βράδια το δάκρυ σας.
Κι άπειρες φορές  έπλυνα τις φλέβες μου μ’ αλμύρα.
Με το τρέμουλο της λαχτάρας σας τράφηκα
και με την απέραντη μαυρίλα του λυγμού σας τη δίψα μου  έσβησα.
Πρώτος περνούσα από τα σταυροδρόμια της χαράς σας
Και τελευταίος έφευγα από τα μονοπάτια της λύπης σας.
Για να βγω σε τούτο το ξάγναντο,
μου ‘δειξαν το δρόμο  οι κραυγές σας.
Και με ρούχο μου το φως του πρωινού
και με φωνή από  δροσερό αγέρι
είπα τα λόγια που ακούσατε.
Μεσολάβησε τότε μια μακριά σιωπή που φάνηκε να μοιάζει με κατάρα.
Ώσπου κάποιος ξερακιανός γέροντας,
σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και είπε:
Θα ‘ρθει χειμώνας βαρύς και τον θυμό του ίσως να μη τον αντέξουν τα σπίτια μας.
Κι ένας άλλος που κρατούσε στα χέρια του ένα πήλινο κρωντήρι, πρόσθεσε:
Δεν αρκούν μια χούφτα όνειρα για να κερδίσουμε το αύριο.
Και μια κοντόχοντρη γυναίκα παρέκει συμπλήρωσε:
Είναι Κυριακής πρωινό κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά
που περιμένουν να τα χορτάσουμε
με ώρες Θεού.
Κι όλοι μαζί, κίνησαν  προς τα κει που οι καμπάνες χτυπούσαν επίμονα.