Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Το καμπανάκι

Όταν έφυγε το τρένο
και το πήρε η νυχτιά
με πλησίασε ο σταθμάρχης 
και μου ζήτησε φωτιά.

Του 'δωσα κ' είδα στη φλόγα
το πορτραίτο του καημού
φύγε μου 'πε μην ξανά 'ρθεις 
όλα είναι του χαμού.

Του εζήτησα εξηγήσεις 
τι σημαίνει του (χαμού)
μου 'δειξε το καμπανάκι
και τη πόρτα του σταθμού.

Μη πιστεύεις τις γυναίκες
είπε με παράπονο
πόρτα που άνοιξε θα κλείσει
κ' είναι τούτο άπονο.

Το ξεκρέμασε και μου 'πε
παρ' το για ενθύμιο
στις μεγάλες τις αγάπες
ήταν επιζήμιο.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Γέροι ναυτικοί

Απ' το καραβοστάσι μέχρι το Μότζι την Ιτζόν
κι απ' τα πανιόλα της σιωπής ως το ψηλό κατάρτι
τσούρμο τ'αλάνια ακολουθούν χαρούμενα τον Τζον  
κ'η αναμνήσεις στο Περού κάνουν τις νύχτες πάρτι.

Αμίλητοι και με λυμένα πρυμάτσα τα κορμιά
μπαρκάρουνε κρυφά και πάνε σ' άλλα μέρη
χαμένοι σε κάποιου καφενέ την άχαρη γωνιά
παίρνουνε στίγμα αυγινό κι ας τρέμει το 'να χέρι.

Μες το μυαλό σαν φυλαχτό κρατούν υγρές εικόνες
τα κύματα στον Ινδικό κάνουν ακόμη μάγια
βροχή τ' αλάτι στη ματιά δώρο απ' τους Μουσώνες
και τη μικρή που γέρασε θυμούνται στην Πατάγια.

Σκιές αμέτρητες εδώ τις νύχτες κάνουν βάρδια
καράβια που σκουριάσανε και βούλιαξαν στη λήθη
έχουν φορτίο θύμησες κι ας μοιάζουν να'ναι άδεια
κι αναπολούνε μια ζωή που μοιάζει παραμύθι.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Στους ναυτικούς που κάναμε μαζί

Τώρα που καταλήξαμε σε αβαθή νερά
κ' οι στεριανοί χωρίς ντροπή μας βλέπουν μ'άλλο μάτι
εμείς κρυφά θα φεύγουμε να βρούμε τη χαρά
έχοντας χάρτες που μετρούν, τα μήκη και τα πλάτη.

Πορείες θα χαράζουμε στρέιτ στο παρελθόν
μπάρκο στρεβλό στα μακρινά λιμάνια της Ασίας
το μέλλον μας έστέρεψε  και τρίζει το παρόν
κι εμείς ταξίδια κάνουμε, μέσω της φαντασίας.

Στείρα ζωή μες το πιοτί θάλασσα δύο γιάρδες
σαμπάνι για τις θύμησες και μάινα το βαρούλκο
η ζέστη αφόρητη ιδρώτας διπλοβάρδιες
κ' η μυρωδιά του λιμανιού, μας πάει προς τον βούρκο.

Στα μπαρ της κόλασης μας δένουνε θολές ματιές
περνούν κορίτσια δίπλα μας κουφάρια πεταμένα
ρουφάνε δηλητήριο και σβήνουνε φωτιές
ψάχνοντας μέσα σε καπνούς, για όνειρα χαμένα.

Λόγια στεγνά ήχοι βουβοί μιας πόλης που κοιμάται
ψάξε στις πλώρες για να βρεις κομμάτια της ψυχής μας
Η νιότη μας κι αν ράγισε ακόμα τους θυμάται 
τους έρωτες κάποιας παλιάς, αλήτικης ζωής μας.


Σκέψεις κρυφές που τρέχουνε στους δρόμους του Χονγκ- Κονγκ 
γερνάμε κι όλο πέφτουμε στο μάτι του κυκλώνα 
ο,τι σου αρνήθηκε άπονα η Ντεμπ στη Σαϊγκόν
φτάνει να θες και να μπορείς, το 'χει κ'η Δραπετσώνα.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Λόγια πικρά

Ξημέρωνε κι ακόμα έπινες κρασί
ήρθα και σου 'πα με λαχτάρα καλημέρα
μου 'πες τ' όνειρο πως ήταν θαλασσί
και πως σκορπίστηκε στο πέρασμα του αγέρα.


Το βλέμμα σου βαθύ και αχανές
στα μάτια σου τα μπλε τα νυσταγμένα
τα λόγια σου πικρά σαν αμανές
από παλιά τραγούδια πονεμένα.


Οι ώρες πέρναγαν τα βλέφαρα βαριά
γέρνεις μα δε θα 'ρθει ο ύπνος να σε πάρει
ήπιες τις θάλασσες βούλιαξες στη στεριά
κι έχεις από καιρό στον έρωτα μπατάρει.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Το παιδί της θάλασσας

Ήταν παιδί της θάλασσας
το ξέβρασε το κύμα
σκιά της κάθε γειτονιάς
και της ζωής το θύμα.

Το ξόμπλι της πειραϊκής
θέμα για ιστορία
το βιός του ένα όνομα
βράδυ πρωί...Μαρία..

Είχε δυο χάρτες ναυτικούς 
κι έναν παλιό εξάντα
φαινότανε απόμαχος
ετών σχεδόν σαράντα.

Τον είχαν για θελήματα
του δρόμου οι ...Κυρίες
όλες τις είχε αδερφές
κι όλες γι' αυτόν... Μαρίες

Τις νύχτες στο Ικόνιο
κοιμόταν στις νταλίκες
ήταν παιδί για δούλεμα
στου λιμανιού τις κλίκες.

Τον ρώταγαν τι έφταιξε 
κ' ήρθαν τα πάνω κάτω
ποιος έρωτας τον βύθισε 
και άγγιξε τον πάτο.

Μα 'κείνος πάντα σιωπηλός
κοίταζε μ' ένα πάθος
καράβια που 'γιναν καπνός
στου ορίζοντα το βάθος.

Προχθές το βράδυ μπάρκαρε
κρυφά, με τ' όνειρό του
πήρε μαζί του μυστικά
και το παράπονό του.

Το γελαστό του πρόσωπο 
δε μας χαμογελούσε 
μα το σφιγμένο χείλι του
για μια Μαριώ μιλούσε.


Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Mε το καλημέρα

Ήρθε με κάποιο χάραμα
και με το καλημέρα
λόγια ζεστά και μουσικές
σκόρπισαν στον αέρα.

Τα βήματα ανόρεχτα
χόρευαν στο ρυθμό της
δύο λοξά τρία μπροστά
κι έπεφτα στο γκρεμό της.

Παλιές γιορτές και χρώματα
χάθηκαν στο σκοτάδι
τα φώτα σβήναν γύρω μου
και άναβαν στον Άδη.

Μου έδειξε την άβυσσο
και μου 'πε να βαδίσω
μύριζε θάνατο παντού 
και ήθελα να ζήσω.

Δίχως αντίο

Έφυγες δίχως αντίο
τ' όνειρο μαράθηκε
ώρα πέντε και το πλοίο
στο γαλάζιο χάθηκε.


Πότε πέρασαν οι έξι
πλησιάζει τώρα επτά
ζωγραφίζω μία λέξη 
με στιγμές και με λεπτά.


Στις οκτώ θα σταματήσω
λίγο να ξεκουραστώ
κάτι να σου τραγουδήσω 
που να λέει ευχαριστώ.


Στις εννέα και στις δέκα
θα μιλάω με σκιές
και θα ψάχνω μια γυναίκα
στου μυαλού μου τις στοές.


Έντεκα σαν θα χτυπήσει
θα με πάρει ο ποταμός
κάπου εκεί θα σταματήσει
και του κόσμου ο παλμός.


Δώδεκα μη το ξεχάσεις
να 'ρθεις στο κρεβάτι μου
φίλα με να με ξυπνήσεις
να σου πω: Αγάπη μου.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Άχρωμες λέξεις

Ψάχνω σε λέξεις άχρωμες
κάποια να ξεχωρίζει
να λέει μόνο:αγαπώ
έστω κι ας μην αξίζει.

Ψάχνω παλιά τετράδια 
να βρω κάτι φθαρμένο 
κάτι που να 'χει μια δροσιά
κι ας είναι ξεχασμένο.

Ψάχνω σε μάτια άγνωστα
αν πέρασες ποτέ σου
αν είχα θέση στις σκιές
που 'χαν οι έρωτές σου.

Από τα ρεμπέτικα

Μανόλη έχεις όνομα
κοίτα μη το χαλάσεις
και τα παιδιά του λιμανιού
μη λες πως θα δαμάσεις.

Περπάτησε καμαρωτά
όπως σε θέλει η πιάτσα
μαγειρευτό σμυρνέικο 
δεν πάει δίχως σάλτσα.

Θέλει Μανόλη τεχνική
και κότσια να τ'ανάψεις
κράτα τη φλόγα χαμηλά
το έδεσμα μη κάψεις.

Είσαι δικός μας άνθρωπος
μη τι παραγνωρίσεις
ρίξε σκορδάκι μαϊντανό
για να το τσιγαρίσεις.

Βάλε και λαδορίγανη
και κάνε πως δε βλέπεις
εμείς που σε στηρίζουμε
δεν είμαστε της τσέπης.

Το αυστηρό το ύφος σου
μη παίρνεις δε σου πάει
για νάν' ευκολοχώνευτο 
ρίξε κρασί το σπάει.

Βάλε και το μπαχαρικό
να γίνει μυρωδάτο
ποντίκια παιχνιδιάρικα 
έχουν δικό τους Γάτο.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Έλα να πιεις

Στο ταβερνάκι του Γαρμπή έλα να πιεις
και χόρεψε να τρίξουν τα σανίδια
αν σε παράτησε δεν είναι της ντροπής
με το πιοτί τα βλέπεις όλα ίδια.

Έλα και χόρεψε και κάνε μια στροφή
και ρίξε μια ματιά στους βολεμένους
σ' αυτούς που κέρδισαν τα πάντα στη ζωή
πως πίνουν και μεθούν μαζί με τους χαμένους.

Στο ταβερνάκι του Γαρμπή έλα να πιεις
κι αν το θελήσεις πες μας τ' όνειρο σου
εκεί θα σπάσουνε  ποτήρια θα κοπείς  
και θα μετρήσεις μ'αίμα τον καημό σου.

Ο Έρωτας

Ήταν μια όμορφη γοργόνα θαλασσιά
δεμένη πάνω σ' ένα κόκκινο κατάρτι
την πήρε ο έρωτας την πήγε σε νησιά
που η ζήλια του τα έσβησε απ' τον χάρτη.


Θα 'ρχεται πάντοτε και θα 'ναι νικητής 
την τύχη θα ορίζει της αγάπης
θα είναι της καρδιάς μας μέγας ποιητής
της λύπης, της χαράς και...της απάτης.


Ήρθαν βοριάδες, σύννεφα βροχές, μαύροι καιροί
σήκωσε κύματα θυμού ο Ποσειδώνας 
μα αιώνια θα φέγγει τούτο το κερί
που τη ζωή μας χάρισε, αυτός ο ηγεμόνας.





Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

H συγγνώμη

Όλη τη νύχτα τό 'ψαχνα
το βρήκα πεταμένο
σ' ένα δωμάτιο του νου
στη σκόνη βουτηγμένο.

Το κράτησα στα χέρια μου
κ' είπα να το διαβάσω
μου έγραφες πως έφυγες 
για να το ξεπεράσω.

Τώρα μαθαίνω γύρισες
και θέλεις μια συγγνώμη
μα το σπασμένο όνειρο
έχει αλλάξει γνώμη.

Αμπάρωσα το σπίτι μου
μη τύχη και περάσεις
και φεύγω για διακοπές
για να το ξεπεράσεις.


Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Δρόμοι της απώλειας

Στη Φιλελλήνων 
των ρόδων και των κρίνων
πιάτσα ντροπής
δρόμος των θρήνων.

Κέρινα χέρια
με κρυμμένα μαχαίρια
μάτια ψυχρά
σβησμένα αστέρια.

Σπίτια τεκέδες
μολυσμένοι λεκέδες
μαύροι καπνοί 
αργόσχολοι παίδες.

Ήχος και δέος
ευτυχής και μοιραίος 
φτύνει χολή
σαν Έλλην ωραίος.

Βράδυ Σαββάτου
οδός Ακομινάτου
πηγή ζωής
με χρώμα θανάτου.

Κοκκινιά

Σ' ένα στενό αδιάβατο
από λυγμούς στρωμένο
άκουσα έναν αμανέ
από βασανισμένο.

Ξημέρωνε κ' η σιγαλιά
βούλιαζε στον καημό του
λυγίζανε τα σίδερα
απ' το παράπονό του.

Πέρασαν χρόνια θολερά
προχώρησε ο κόσμος
και το αδιάβατο στενό
έγινε τώρα δρόμος

Αλλάξανε οι γειτονιές 
μα 'γω όταν νυχτώνει
γυρίζω 'κει που η ζωή
ήξερε να σκοτώνει.

Τον αμανέ της Κοκκινιάς
δεν έχω προσπεράσει
τον κουβαλώ από παιδί
κι έχω πικρογεράσει.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Της άγιας νύχτας

Με το πρώτο φως της αυγής,
άνοιξες αθόρυβα την πόρτα
κι έφυγες.
αφήνοντας πάνω στη βιασύνη σου
τ' όνειρο μοναχό του να μοιάζει,
σαν της άγιας νύχτας
περίσευμα.

Χωρις διεύθυνση

Δεν έχω όνομα.  
Δεν έχω διεύθυνση.
Μήτε χαρτιά που να δηλώνουν ποιος είμαι.
Ανήμπορος να προσμετρήσω τον χώρο
που καταλαμβάνω,αρέσκομαι σε φθινοπωρινούς 
περιπάτους, με τα χαρακτηριστικά  φυλακισμένου
που ψάχνει μετά μανίας την θύρα εξόδου.
Με μάτια που χόρτασαν το κενό 
της καθημερινότητας και μ' ένα μπουκέτο τραγούδια
καρφιτσωμένο στο περήφανο πέτο,
στέκω στης αβύσσου την άκρη αγέρωχος.
Αμετανόητα ονειροπόλος.
Πάσχων από λέξεις αβρές και γιορτινά ενθύμια
αγεροζώ  με τις αρετές και τα χαρίσματα των
προγενεστέρων  που επιτυχώς απέτυχαν
να ενταχθούν στο εφιαλτικό
παρά πέντε σας.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Όχι

Κι έπειτα είπες όχι,
Γύρισες πλευρό κι αποκοιμήθηκες.
Κι  εγώ απόμεινα με τα μάτια ανοιχτά
όλη νύχτα. να προσπαθώ να τρυπήσω 
το σκοτάδι που μου άφησες 
ν' απολαύσω, 

Τα χάρτινα

Ήταν χάρτινα τα λόγια σου
γι' αυτό πήραν τόσο εύκολα φωτιά,
Γεμίζοντας τον κόσμο μου
με στάχτη,

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Θρήνος για τον Αλέξανδρο Παναγούλη

Την άνοιξη που λαχταρώ, θέλω να την κεντήσω
σε χίλια μύρια χρώματα, να μπω να περπατήσω

Να δω ημέρες χαρωπές, ευλογημένες μέρες 
να τρέχω και να τραγουδώ, σαν όλες τις μητέρες 

Η άνοιξή μου  όνειρο, ο ήλιος αργοσβήνει
μες τα σκοτάδια εγώ ζω, και σαν στοιχειό 'χω γίνει

Σπίτι δεν έχω για να μπω, ανθρώπους δε γνωρίζω
σκέψη κορμί στον άνεμο, τίποτα δεν ορίζω

Τα μαύρα μου βαριά μαλλιά,άσπρισαν σ' ΄ένα βράδυ 
τα καλοκαίρια μίσεψαν  και περπατώ στον Άδη

Είχα παιδί κι αγνάντευα  τον κόσμο από πάνω 
το είδα να το παίρνουνε, το είδα να το χάνω

Βγαίνω στο δρόμο τον πλατύ,παίρνω τα καλντερίμια 
έχω τα μάτια μου θολά, και τη καρδιά συντρίμμια 

Βήμα το βήμα σε ζητώ, πόρτες χτυπώ ρωτάω
κάνω να τρέξω πίσω σου, κι όλο παραπατάω

Γιε μου να βρω τον ίσκιο σου,στα περασμένα τρέχω 
μ'αίμα ζεστό και δάκρυα,όλους τους δρόμους βρέχω 

Παίρνω τις στράτες τις πικρές, παίρνω τις ανηφόρες 
Έχω μαζί μου αστραπές, και ώρες αιμοβόρες 

Σαν τον αγέρα με περνάς, σαν τον αγέρα φεύγεις 
στιγμές σε νιώθω πλάι μου κ'ύστερα μ' αλαργεύεις

Βγαίνω στους δρόμους του βοριά, με σπρώχνει τ' αεράκι
ανάβει σβήνει τ' όνειρο, σα να 'ναι φαναράκι

Δεν έχει ο κόσμος ξαστεριές, να βγω και ν'άνασάνω 
τις νύχτες όλες σε κρατώ μα τις αυγές σε χάνω 

Αλλάζει χρώμα ο ουρανός, κ'η άνοιξη φουστάνι 
τρέχ' η φωνή μου να σε βρει, μα πουθενά δε φτάνει

Γιόκα μου πούν' τ' αχνάρια σου, πού βγαίνει αυτός ο δρόμος
κάθε μου βήμα και σεισμός, κάθε στροφή και τρόμος

Στης γης αυτής τα σύνορα, κάθομαι δω και κλαίω
γονάτισα στον πόνο μου, και μες το δάκρυ πλέω 

Με κυνηγούνε οι καιροί και σαν κλαδί λυγίζω 
τα μαύρα σύννεφα κοιτώ και ήλιους ζωγραφίζω

Ο κόσμος μου χαμήλωσε, χωρίς τ' ανάστημά σου
ψάχνω να βρω τον ίσκιο σου, να κοιμηθώ σιμά σου

Παιδί μου γίγαντα τρανέ, δε σε χωρούσε ο κόσμος
και στην αυλή μαράθηκαν βασιλικά και δυόσμος 

Κόσμε φτωχέ τραγούδησε, και διώξε τον καημό μου 
κάθε σταυρός στους ώμους σου,,δικός σου και δικός μου

Στενάξτε  φαράγγια και πλαγιές, κ' έρημα σταυροδρόμια
πουλάκια τ' αψηλού βουνού, της θάλασσας γλαρόνια

Θεριέψτε  κύματα βουβά, ποτάμια ξεχυθείτε 
και μ' ένα δάκρυ μου ζεστό, απόψε ενωθείτε 

Κράζουν κοράκια στα βουνά,σκυλιά στους δρόμους κλαίνε 
και μένα τα χειλάκια μου,σαν προσευχή το λένε

Πουλί μου συ κι αν έπεσες, στους ουρανούς θεριεύεις 
στους ουρανούς θ' απλώνεσαι και θα τους κυριεύεις 





Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ο έρωτας

Ο έρωτας τρεμοσβήνει στα βλέφαρα
της ζωής
έξω από κλειδωμένες πόρτες
χαροπαλεύει
Ο έρωτας καταδιώκεται από στεγνά
φλύαρα στόματα
και λασπώνετε  από βρόμικες λέξεις.
Σταματήστε  να λιθοβολείτε τον ίσκιο του
κι όλοι μαζί τραγουδήστε τον.
Μην αφήνετε να ξεχαστεί ο αχός του.
Αφήστε τον χείμαρρο  της τρέλας του
να σκάψει το σώμα σας και να τρυγήσει
τους μυρωμένους ανθούς της ψυχής σας.
Και συ αιώνια άνοιξη μη χαραμίζεις
το θαύμα να είσαι γυναίκα.
Όπου κι αν αποκοιμήθηκες  αδιάφορε κυνηγέ
μην εγκαταλείπεις το όπλο σου
αφήστε να χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες
της μεγάλης γιορτής και τρέξτε  όλοι μαζί
 στους αγγελικούς κήπους σας
και στις άγιες κρεβατοκάμαρες τ' ουρανού σας 
και ζωντανέψτε τον.
Ας είναι νύχτα. Ας είναι πρωί.
Ας είναι μέρα μεσημέρι.
Μην τον αφήνετε να μυρίζει σαν λείψανο.
Αφήστε τον επιτέλους να πάρει φωτιά
και αναπνεύστε ελεύθερα τον αέρα
της φλόγας του, 
τη μέθη της συντροφικότητας του,
τον σεβασμό της ιεροσύνης του.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Τελευταίο Γράμμα

Ρώτησα ποιος θ’ ανοίξει τα φώτα; Ποιος θα κρατήσει μαχαίρι και σκοινί; Κι απάντηση ακόμη δεν έλαβα.
Μα τώρα, καθώς βλέπω να περνούν ανυποψίαστα μπροστά μου τα άσπρα περιστέρια, μονάχα τούτο έχω να πω:

Μείνετε μαζί τους!
Πρόσωπα αγέλαστα σας επιφυλάσσουν εκπλήξεις, έχουν αποκαλύψεις.
Αρκεί εσείς να μείνετε μαζί τους.
Τα ρεπορτάζ αφθονούν. Οι εξελίξεις τρέχουν. Τα δελτία ενημέρωσης ξεχειλίζουν κι εσείς θα μάθετε όσα δε γνωρίζετε και θα δείτε όσα δε θα μπορούσατε με άλλον τρόπο ν’ «απολαύσετε».
Αρκεί να ταμπουρωθείτε πίσω από τους τοίχους των σιωπηλών σπιτιών σας.
Έτοιμοι να μπήξετε με άνεση, ακόμη μία μαχαιριά στη δύσμοιρη αθωότητά σας που θα συνεχίσει ματωμένη να σέρνεται προς τα κει που θα ονειρεύονται καινούργιους κόσμους τα παιδιά σας.
Βολευτείτε όσο μπορείτε καλλίτερα στις ηλεκτρικές πολυθρόνες σας και χαλαρώστε.
Μετά το σύντομο διάλλειμα κι αφού θα έχουν λήξει οι χυδαίες διαφημίσεις, συγχρονιστείτε σε μια μαζική εθνική αποχαύνωση.
Στρέψτε όλη σας την προσοχή σε ‘κείνους που επιθυμούν να γευτείτε όλες τις κραυγές του πόνου και της απόγνωσης. Αφοσιωθείτε ολότελα στη γοητεία του χάους και
μείνετε μαζί τους για ν’ αντικρίσετε ιδίοις όμασι τα τεκταινόμενα στον ωραίο κόσμο σας και παραδοθείτε αμαχητί σ’ εκείνους που σχεδόν σας εκλιπαρούν να μείνετε μαζί τους, συντονισμένοι σε μια απ’ ευθείας σύνδεση με τα ειδεχθή «θαύματα» της παγκόσμιας πολιτισμένης σκηνής.

Ναι μείνετε μαζί τους!
Για περισσότερη ανασφάλεια.
Για μια πληρέστερη, εφιαλτική ζωή που θα τη συμπληρώνει το υγιεινό διαιτολόγιο της δυστυχίας σας.

Μείνετε μαζί τους!
Το δέος της φρίκης αξίζει όλοι να το απολαύσετε. με νύχτες αγωνίας και μοναξιάς, με σκιές αλλόκοτες και φωνές τρόμου.

Ναι μείνετε μαζί τους λοιπόν. Ακόμα κι αν χρειαστεί να δεθείτε στις πολυθρόνες σας ώστε να στεφθεί με πλήρη αποτυχία κάθε απόπειρα απόδρασης από το γυάλινο κόσμο τους.

Μείνετε μαζί τους λοιπόν έκθαμβοι, άβουλοι και θλιβεροί.
Και κρυμμένοι πίσω από τ’ απόρθητα τείχη σας προτιμήστε τον εύκολο δρόμο  κι απομακρυνθείτε από τα παράθυρα της αγάπης.
Γυρίστε επιδεικτικά την πλάτη σας στην ιδέα της αδελφότητας.
Αδιαφορήστε για το νόημα της αλληλεγγύης.
Ποδοπατήστε τις παρακαταθήκες των πατέρων που διαρκώς αφανίζονται και τις αξίες που φυλλορροούν κι εξανεμίζονται.

Μείνετε μαζί τους!
Ενθουσιωδώς συντετριμμένοι, σκοτεινοί και μετέωροι πάνω από συντρίμματα και στάχτες.
Απρόθυμοι να σηκώσετε το παντοδύναμο ανάστημά σας που ίσως να σας οδηγούσε σε κάποια σωτήρια έξοδο κινδύνου.


Ναι, μείνετε μαζί τους!
Αδρανείς, άμοιροι και μοιραίοι.
Κάποια μέρα, το αποτρόπαιο δε θα κατέβει από την κεραία της στέγης σας, θ’ ανέβει με το ανάστημα των παιδιών σας.



Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ

Ο άνεμος τους σπόρους σκόρπισε
πάνω στα πέλαγα στους κάμπους πέρα
Τη γη χρυσάφι κάποιος πότισε
και στόλισε με χρώματα τη μέρα.

Για τ' ακριβό μαντάτο οι κραυγές
ανάψανε φωτιές στις στρατορούγες 
οι νύχτες χάρισαν αστροφεγγιές 
και όλοι οι θεοί ξανθές φτερούγες.

Τον ήθελε η μοίρα βασιλιά
σημάδι το χλιμίντρισμα του ίππου
άνοιξε ο κόσμος μια αγκαλιά
κι αγκάλιασε τ' αγόρι του Φιλίππου

Του δόθηκε ολύμπια ευχή
να τον κερδίσουν οι αιώνες
του κόσμου ανάσα και ιαχή
του όρισαν να κτίσει Παρθενώνες.

Ανδρεία πήρε απ' τους θεούς
τη λάμψη που 'βλεπαν  στ' ανάστημά του 
στο διάβα του αντάμωσε τυφλούς 
π'αντίκρυσαν το φως στο πέρασμά του.

Την τόλμη του την ζήλεψαν παιδιά
που είχαν συντροφιά τους τη δειλία 
έγινε φλόγα πάθος προσευχή
και μάθημα στου κόσμου τα σχολεία.

Σε σταυροδρόμια έχτισε ναούς
και πολιτείες πήραν τ' όνομά του
με τη πυγμή θωράκισε θεούς
και μέθυσε λαούς με τ' άρωμά του.

 Έγινε μύθος στην ανατολή
στους δρόμους που περνούσαν καραβάνια
τραγούδι στα χείλη κάποιου Αλή
που έπλεκε στην έρημο στεφάνια.

Μα κάποιο βράδυ, βράδυ θολερό
ο πυρετός του έκλεισε τα μάτια
είπαν, του πρόσφεραν πικρό νερό
και ντύσανε  με νύχτες τα παλάτια.

Νύχτα στην Πέλλα έτριξε η γη
δε στάθηκε στεγνό ανθρώπου μάτι 
μαύρο το δάκρυ άνοιξε πληγή
και κύλησε στις όχθες του Εφράτη 

Τα τύμπανα σιγήσαν στην Ισσό 
δε φέγγουν οι πυρσοί της Βαβυλώνας 
σε μονοπάτι πέρασε χρυσό 
κι έμεινε για πάντα Μακεδόνας.



















Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Όταν θα΄ρθεις

Όταν θα'ρθεις,
κουβέντα κακιά δε θα 'χω 
στα πικραμένα χείλη μου
για σένα.
Θα βρεις στεγνά της μοναξιάς μου
τα μεγάλα ποτάμια
Όταν θα ρθεις,
λέξη δε θα πω για τις γροθιές σου
επάνω στη καρδιά μου
για τα σημάδια της θηριωδίας σου 
στα χέρια μου.
Όταν θα 'ρθεις,
θα σε κρατήσω κοντά στο μικρό μου
παράθυρο 
και με τις πρώτες ηλιαχτίδες,
θα σου μιλήσω για τους ανθισμένους
υάκινθους τα κρίνα και τους κατιφέδες 
κι έπειτα θα σου δείξω τους ευτυχισμένους
κορυδαλλούς που θα τραγουδάνε ελεύθεροι 
ανάμεσα στις πορτοκαλιές και στα λιόδεντρα.
Και ήρεμος και χορτάτος και γελαστός,
θα σου περιγράψω την αιτία που με υποχρέωσε 
να επιζήσω.

Κίτρινα γράμματα

...Από τότε,
φύσηξε ένας αέρας
και τα όνειρα χάθηκαν.
Το σπίτι σκοτείνιασε ανεπανόρθωτα.
Οι κλειδαριές σκούριασαν .
Χωρίς φροντίδα οι γαριφαλιές 
έχουν όλες πεθάνει.
Τα ενθύμια πέρασαν στα συρτάρια 
των παλιών καιρών.
Τα γράμματα κιτρίνισαν έσβησαν.
Τα ζεστά αξέχαστα λόγια σου
χάθηκαν.
Τούτη η ώρα, είναι η πιο άνοστη
η πιο φρικτή.
Τούτη η ώρα είναι της αλήθειας 
που θα επαναλαμβάνει επίμονα:
αγάπη μου γέρασες.

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Στην κορυφή του κόσμου

Εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι
συναντηθήκαμε.
Εκεί ανταλλάξαμε τις πρώτες ματιές.
Εκεί ειπώθηκαν οι πρώτες άγιες λέξεις. 
Εκεί και τα πρώτα σκιρτήματα.

Εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι,
συγκρούστηκαν ένα βράδυ όνειρα δυνατά
κρατήθηκαν σημειώσεις, διευθύνσεις
κι ονόματα.
Κ' ύστερα, συναντηθήκαμε ξανά
εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι
και χέρι με χέρι προχωρήσαμε 
ως τη κορυφή του κόσμου.
Ως εκεί που κανένας άλλος ψηλότερα 
δεν πήγε.

Κ' ύστερα... ύστερα κατεβήκαμε χαμηλά.
Τόσο χαμηλά που κανένας άλλος χαμηλότερα 
δεν πήγε.
Χωρίς ονόματα, χωρίς σκιρτήματα 
και χωρίς όνειρα δυνατά.

Σαν δυο ξένοι που βιάζονται να φτάσουν
το συντομότερο, 
εκεί που χωρίζουν οι δρόμοι.

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Χωρίς τίτλο

Αν είναι να πέσεις χαμηλά
πέσε τώρα.
Τουλάχιστον θα πιάσει τόπο
η προσπάθειά μου 
να σε κρατήσω.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Mυστικός διάλογος από τη συλλογή -Γυναίκα-

-Από τη στιγμή που μου είπαν ότι γύρισες
δύο φορές έπεσε ο ουρανός επάνω
στο κρεβάτι μου.
-Δεν ήρθα για να με δεχτείς, ήρθα για να
μ' αποφύγεις.
-Χύθηκε το φεγγάρι επάνω στα σεντόνια
και βάφτηκαν μ' αστέρια τα προσκέφαλα.
-Οι δρόμοι τελειώνουν και κανένας Σεπτέμβρης
δε διαφωνεί.
-Κάποτε γελούσες και γέμιζες την αυλή μας
με θάλασσα.
-Είναι δύσκολο να μου φέρεις τα χρόνια
που έχανα την ανάσα μου στα φιλιά σου.
-Θ' αρκεστώ στο νερό και στο ψωμί
φτάνει να πεις πως δε θα ξαναφύγεις.
-Τα όνειρα πεθαίνουν στις κρεβατοκάμαρες.
-Μάθε τη καρδιά σου να γιορτάζει
την επέτειο του πρώτου φιλιού.
-Απογυμνωμένη ζωή δίχως σκιρτήματα
και δίχως φαντασία με σκότωσαν.
Και μόνο που υπήρξες ερωμένη μου
άκουγα τις καμπάνες να χτυπάνε χαρμόσυνα.
-Τι να το κάνεις το γόητρο πλάι σε μια γυναίκα
με φόρεμα φτηνό.
-Ο κόσμος δε χτίστηκε με πούντρες.
-Κουράστηκα να με καταδιώκουν τα όνειρά σου
από χώρα σε χώρα. Θα είμαι καλύτερα εκεί
που οι γκρεμοί θα καραδοκούν το πέρασμά μου.
-Όταν έφυγες,
γεννήθηκε ένα παιδί μέσα μου που έκλαιγε
κάθε μεσημέρι.Άνοιξε τώρα αν θες τη κάνουλα
της καρδιάς σου και πες μου έναν λόγο,
που θα με κάνει να γελάσω.
-Για να δω τι έχεις στο πέτο σου;
-Μια χρυσοκέντητη ημερομηνία θανάτου
που πλησιάζει.
-Τι είναι αυτό που τρέχει έξω στο δρόμο
και κάνει τόσο θόρυβο;
-Τα λόγια που σου ψιθύριζα τις αμέτρητες
νύχτες που έλειπες.
-Άκου, από τα ουρλιαχτά του  ο άνεμος βράχνιασε
και πάει να κοπάσει.
-Οι πρόχειροι έρωτές σου, έβλαψαν 
ακόμα και τον άνεμο που τους πήρε.
-Θα σου αφήσω μια κόκκινη θάλασσα
με σύννεφα γαλάζια για ενθύμιο και σαν μια γυναίκα
άξια να σκοτώσει τον έρωτά της, θα φύγω.
-Λυπήσου τα πράγματα που σ' αγάπησαν
και κλείσε τη πόρτα μην αφήνεις το σκοτάδι
της νύχτας να τα τρομάζει.
-Δε θα γίνω το υποψήφιο θύμα της επιμονής σου.
Άφησε την πόρτα ορθάνοιχτη ν' αναπνεύσουν
ελεύθερα τα δωμάτια.
-Αν φύγεις θα σ' ακολουθήσω ως εκεί που θα
τελειώνουν οι ροδιές και τ' ανθοπωλεία
τ'ουρανού.
-Αγαπάς γιατί αγαπάς μάταια.
-Κανένα παράθυρο δε θ' αντέξει τη θέα
της απουσίας σου.
-Το σπίτι είναι ξένο.Μυρίζει αφοσίωση
και με τρομάζει.
-Ο ίδιος δρόμος θα σε περιμένει
το ίδιο σπίτι, ο ίδιος αριθμός
το ίδιο όνειρο θα σε τραγουδήσει.
-Κλείδωσε πίσω μου την πόρτα
και μην αφήσεις τις λέξεις
να με κυνηγήσουν. Σε δύο τρείς αιώνες 
θα επιστρέψω και μη πιστέψεις εκείνους
που θα λένε πως είναι πολύ.Σε πείσμα
των εκατομμυρίων  μελλοθανάτων
θα επιστρέψω.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Που πάτε

Πού πάτε καλέ
μ' ένα σωρό ΕΓΩ;
Χωρίς ΕΣΥ πού θέλετε
να πάτε;
Χωρίς για ΣΕΝΑ πού νομίζετε 
θα φτάσετε; 

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Αλλιώτικος κόσμος

Χθες κοντά στο μεσονύχτι 
άκουσα κάποιες άγνωστες φωνές
να μου λένε 
πως έρχεται ένας κόσμος
αλλιώτικος
και ο δικός μου κόσμος αίφνης 
λιγόστεψε. 

Σήμερα
πέρασε ένα καραβάνι τσιγγάνων 
που τραγουδούσαν για έναν κόσμο
καινούριο που έρχεται
κι ο χώρος γύρω μου στένεψε.

Και τώρα
καθώς νιώθω να με τυλίγει 
το σούρουπο 
ένας αέρας στεγνός ψιθυριστά
 μου λέει πως έρχεται ένας κόσμος
αλλόκοτος
κι από έλλειψη χώρου είδα 
την πόρτα της εξόδου
ν'ανοίγει από μόνη της.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Τελευταίο όνειρο

Δεν είναι που ήρθατε
και μου γκρεμίσατε το σπίτι.
Είναι που ο ταχυδρόμος με ύφος
θλιμμένο εξακολουθεί ν' αφήνει
τα γράμματα
στη παλιά μου διεύθυνση.

Δεν είναι που σπάσατε τη μικρή μου
φλογέρα.
Είναι που φυσούν οι βραδινοί άνεμοι 
τυραννικά και τον λυπημένο της ήχο
μου θυμίζουν.

Δεν είναι που πήρατε τα ρούχα μου 
και τα παπούτσια μου σχίσατε.
Είναι που δεν έχω που να κρύψω
έτσι γυμνός που απόμεινα 
το τελευταίο μου όνειρο που επίμονα 
θέλει να ζήσει.

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Για να μη φύγεις

Για να μη φύγεις
αμπάρωσα πόρτες και σφάλισα 
παράθυρα.
Για να μη φύγεις
έχτισα μάντρες θεόρατες 
ολόγυρά σου.
Χάλασα μυστικά περάσματα
και δρόμους έφραξα μεγάλους.
Για να μη φύγεις
έζωσα ολάκερη πόλη με συρματοπλέγματα
κι έλυσα τους κάβους των πλοίων
στα λιμάνια.
Ναι! για να μη φύγεις
στις γραμμές των τρένων
προξένησα ζημιές.
Για να μη φύγεις και σε χάσω.
Κι ένα πρωί
με σύμμαχό μου την αγκαλιά της ομίχλης 
έφυγα εγώ.