Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Δεν αρκεί
το εισιτήριο της αγάπης.
Αν δε γνωρίζεις,
που είν' ο σταθμός,
αν δεν προλάβεις το τρένο.
Σ' αγαπώ,
όπως αγαπώ τα χρυσαφένια στάχυα,
που ολημερίς θερίζω τραγουδώντας,
στ' απέραντα Αυγουστιάτικα χωράφια
της καρδιάς μου.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Και τώρα είμαι έτοιμος.
Μπορείτε να με ρωτήσετε οτιδήποτε.
Οι απαντήσεις θα είναι μεγάλες αλήθειες
και θα δοθούν δωρεάν.
Αν όμως σας γοητεύουν τα ψέματα,
θα πρέπει να καταβάλετε κάποιο ασήμαντο
χρηματικό ποσό,
στο ταμείο των  αδικημένων ψυχών.
Εκείνων που χωρίς να ρωτήσουν,
άκουσαν τα ψέματα και τα πλήρωσαν.
Μερικές φορές ακόμα και με τη ζωή τους. 

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Ήρθες κι ο παλιός μας δρόμος γέμισε περιστέρια.
Πλανόδιοι μουσικάντηδες στους δρόμους άρχισαν πάλι να τραγουδούν.
Ήρθες και μια άνοιξη αυθαίρετα,
έτρεξε να ντύσει με υακίνθους την αυλή μας.
Ήρθες και το κλειδί γύρισε από μόνο του
κ' η πόρτα άνοιξε διάπλατα.
Για να μην χρειαστεί,
σαν κάποια περαστική να τη χτυπήσεις
και τα δικά σου πράγματα σε υποδεχτούν
σαν ξένη 

O γείτονας

Εκείνο το βράδυ,
παρακολουθούσε αδιάφορος απ' το παράθυρό του,
το σπίτι του γείτονα που καιγόταν.
Το άλλο πρωί, αφού διαπίστωσε πανευτυχής
πως οι ξένες φλόγες δεν άγγιξαν της πορτοκαλιές της αυλής του,
γύρισε πάλι και στάθηκε στο σκοτεινό του παράθυρο.
Και δεν έφυγε από εκεί για χρόνια,
ψάχνοντας επίμονα σ' εκείνα τ' αντικρινά αποκαΐδια,
να βρει εκείνο το αδιαφιλονίκητα δικό του,
που το άφησε αβοήθητο να καεί. 

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Το ναυάγιο

Ήρθες
κι έφερες τη θάλασσα στην αυλή μου.
Γέμισε με θαλασσοπούλια το σπίτι μου.
Πόρτες και παράθυρα σκεπάστηκαν με φύκια
και κοράλλια.
Ήρθες αλλά δεν μύριζες θάλασσα
κι εκεί έξω στην άκρη του δρόμου,
η μισοβυθισμένη βαρκούλα, μου ψιθύριζε
τι σημαίνει ναυάγιο.
Η ζωή μου,
βαρκούλα που ξεχάστηκε
στις στροφές των ανέμων.
Πληγή που αφέθηκε, παντέρημη
στο έλεος
μιας αιμορραγίας.


Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Συνάντηση

Χθες,
τα μάτια μου,
συνάντησαν τα δικά σου.
Ο ουρανός ήταν γκρίζος
κι ο δρόμος φθινοπωρινός,
σαν την αιτία που μας χώρισε.
Χθες,
τα μάτια σου,
πόσα δεν είπαν, και τι δεν τραγούδησαν
στα δικά μου που δάκρυσαν,
σ' εκείνη τη τυχαία συνάντηση
στη μέση του δρόμου.

Θυμάσαι;

Θυμάσαι εσύ κ' εγώ κάποτε...
Θυμάσαι;
Απόψε, 
άκουσα τα γνώριμα βήματα σου,
κι όλος χαρά,
πετάχτηκα στο δρόμο,
ακριβώς τη στιγμή
που με προσπέρασες.

Το παραμύθι μιας αλήθειας

Σαν ήμουν παιδί,
μου λέγανε παραμύθια, που μοιάζανε
με αλήθειες
κι εγώ,
ευτυχισμένο παραδινόμουν στον ύπνο.
Τώρα,
μετά από χρόνια σαράντα,
μου λένε αλήθειες,
που μοιάζουν με παραμύθια
και τα μεσάνυχτα με βρίσκουν
να ξαγρυπνώ
               να ξαγρυπνώ
                               να ξαγρυπνώ.
ΑΝΟΙΞΗ
Ένα βράδυ,
είδα τ' απόκρυφα της μικρής πορτοκαλιάς μου.
Την αυγή τα πουλιά μου μίλησαν,
για το ζευγάρωμα των χρωμάτων.
Το θρόισμα της κρυφής μου ελπίδας,
μύριζε μέντα.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Στο πορτοκαλί σου φουστάνι,
είδα την ξεδιάντροπη νιότη
κι έκλαψα.
Λιοπύρια και θάλασσες συνηγορούσαν.
Τις νύχτες τα μελτέμια της καρδιάς μου,
αναζητούσαν απεγνωσμένα
την έξοδο κινδύνου.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Ένας κόσμος γύρω μου,
χτιζότανε με φύλλα.
Ο θρίαμβος της μοναξιάς με τυραννούσε.
Η σημαία του ήλιου,
όπως πάντα μεσίστια.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Πίνοντας τις αντάρες του,
είδα τα όνειρα να πεθαίνουν.
Η ώρα της θλίψης.
Η αποθέωση των ανέμων.
Το βαλς των κυμάτων. 





Άρνηση

Αρνήθηκες να μου δώσεις
ένα ποτήρι νερό.
Όμως,
δεν θα μάθεις ποτέ,
πόσες λίμνες,
και πόσα ποτάμια,
έτρεχαν εκείνη την ημέρα
στην καρδιά μου.