Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Το σπίτι μας

Το σπίτι μας,
ήταν μια ξώπορτα στολισμένη από ξανθές
απρόσμενες εκπλήξεις
με κόκκινα παράθυρα ανοιχτά που έσταζε
απ' το περβάζι τους το μέλι
με πόρτες που κρέμονταν στα περάσματα 
των ανέμων για να μπαίνουν τα σφιχταγκαλιάσματα 
και να βγαίνουν άτάραχα τα χρόνια.

Αυτό ήταν το σπίτι μας
με την μικρή Μυρτώ να μαζεύει
αμέριμνα απ' τους ασβεστωμένους τενεκέδες 
του ιάκυνθου τριζόνια και πεταλούδες.
Τον Λάμπρο πασαλειμμένο με νερομπογιές
να ζωγραφίζει με καστανιές κι ευκάλυπτους
τα δάση του.
Την μάνα μας ν' αγκαλιάζει τ' απομεσήμερα
τις τραμουντάνες και ν' απλώνει 
στο σχοινάκι της αυλής  του πατέρα
τ' άσπρα πουκάμισα.

Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Το σπίτι που πέρναγε ο αέρας και μάζευε
φωνές.
Το σπίτι που ακούγαμε τις ώρες να περνούν
με τον γλυκό αντίλαλο της νιότης.
Με τα ζεστά χάδια του πατέρα που τα μετρούσαμε
με τις δουλειές που 'χαν περάσει από τα χέρια του.
Το σπίτι που κληρονομήσαμε έρωτες, αρραβωνιάσματα
και περιβόλια.

Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Το σπίτι των καλεσμένων
κρυμμένο πίσω από απέραντες εξοχές
παραδομένο ολότελα στην αντηλιά και στα ξανθά
αλώνια
τραγουδισμένο με βραδινούς σφυγμούς
και θερινές ανάσες.

Τα σπασμένα όνειρα ήρθαν μετά
φέρνοντας μαζί τους κρύα δειλινά 
και διαλυμένα καλοκαίρια.
Τα Κυριακάτικα ρούχα πνίγηκαν στην καθημερινότητα
των λυγμών.
Όταν πέθανε το αγιόκλημα, τρέξαμε
σε σκοτεινές ντουλάπες
και σε βροχερούς καιρούς να βρούμε
μαύρα φορέματα.
Ομίχλες πυκνές σκέπασαν τα σκοτωμένα 
Χριστούγεννα, τις χρυσές στιγμές,
τις ασημένιες ημέρες.

Αυτό ήταν το σπίτι μας
μέχρι που ήρθε εκείνος ο νυχτερινός
επισκέπτης και κάθισε χωρίς να μιλήσει 
στο τραπέζι μας
κι ασυγκίνητος άρχισε να τρώει με βουλιμία 
τα ενθύμια.



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Α Φ Η Γ Η Σ Η

Θυμάσαι;
Φύγε μου έλεγες, φύγε.
Προτού σε βγάλει ο χρόνος
έξω από την τροχιά του. 
Προτού γείρει θανάσιμα η μέρα
και χάσεις τις πλατωσιές της εξοχής.
Φύγε μου έλεγες, φύγε.
Και πήγαινε μου έλεγες γιατρός να γίνεις. 
Να ψηλαφίζεις χαρακτήρες.
Να εξευγενίζεις χειμώνες σταχτερούς 
που σ'έρημες καρδιές έχουν φωλιάσει.
Να μεταγγίζεις πρόσχαρα πρωινά, 
σ' εκείνους που ανήσυχα κοιμούνται.
Ντύσου καλά μου 'λεγες να μη κρυώνεις και πήγαινε
να γίνεις γιατρός.
Αδύναμες φλέβες ν' αφουγκράζεσαι
και φως να σπέρνεις σε ξένες αρτηρίες.
Πίσω σου μη κοιτάξεις.
 Τ' ακούς;
Δεν υπάρχει τίποτα για να δεις μου  'λεγες.
Εγώ τελείωσα.
Όταν κλείνω τα μάτια ονειρεύομαι νύχτες.
Κι όταν κλείνω με τα χέρια μου τ' αφτιά,
ακούω γύρω μου να χορεύουν οπτασίες.

Φύγε μου έλεγες, φύγε.
Εγώ κόπηκα σε τέσσερα σταυροδρόμια.
Μ' έχουν ξεχάσει τα επτά χρώματα
και μ' έχουν λυγίσει τα χρόνια που γιόρταζα
μαζί με τις ροδιές τις ευωχίες.
Πάρε μαζί σου το άφθαρτο του φωτός
και πήγαινε μου έλεγες.
Και όπως σου είπα:
Γονατισμένα δέντρα και κλειστά παράθυρα
μη στρέψεις να κοιτάξεις.
Φύγε.

Κι έφυγα.
Χωρίς εκείνα τα ζεστά απομεσήμερα
που έτρεχαν μέσα μου.
Χωρίς εκείνες τις φωτογραφίες που ζωντάνευαν
εμπρός μου αστροφεγγιές και νύχτες
βελούδινες.

Από τότε,
περπάτησαν πολλοί χειμώνες επάνω μου.
Διαλυμένα τοπία,
τζάμια θολά,
βροχές ακούραστες,
μ' έκρυψαν από σπαραχτικές φωνές
κι επίμονους ταχυδρόμους.

Μέχρι που κάποτε,
φύσηξε ένας βοριάς βίαιος
 και μου 'σκισε το εξώφυλλο και μου γύρισε
τις σελίδες.
Βήματα μνήμης άνοιξαν ρωγμές σε δρόμους
ξεχασμένους.
Κουβέντες μυστικές,
έσπασαν τα οδοφράγματα του ορίζοντα
κι επέστρεψα βαλαντωμένη στις Μυκήνες. 

Έβρεχε κείνο το πρωί, και οι υδρορροές στους δρόμους
τραγουδούσαν.
Συνοδευόμενη από άρωμα σιωπηλής
γειτονιάς,
έφτασα στην ξώπορτα που ξεβαμμένη ολότελα,
είχε παραδοθεί στην σιγουριά ενός φθαρμένου
σπάγκου. 
Καμιά μπουγαρινιά στην αυλή.
Κανένας βασιλικός στη γλάστρα.
Χωρίς μνήμη και ημέρες ξανθές
μάταια προσπάθησε η σκουριασμένη κλειδαριά
ν αντισταθεί στη θέληση του επισκέπτη.
Μοσχοβολούσαν αναφιλητά τα δωμάτια.
Στο πάτωμα, φλυαρούσαν ακατάσχετα
τα θρύψαλα μιας σπασμένης ζωής.
Ο Φεβρουάριος έμπαινε χωρίς ντροπή
απ' τα σπασμένα παράθυρα.
Τα ίχνη πάνω στο σκονισμένο τραπέζι,
σχημάτιζαν δρόμους παράλληλους
από το ταξίδι μιας αυταπάτης.
Στο προσκέφαλο, αποτυπώματα ανθρώπινης
βροχής.
Πίσω από την πόρτα, κρεμασμένο σ' ένα καρφί
ένα μαύρο παλτό φθαρμένο.
Που βρέθηκε τόση Αυγουστιάτικη ζέστη
στις τσέπες του;

Δε μπορεί να πέρασε από εδώ ο εαυτός μου.
Κάποιο λάθος θα έγινε.
Πρέπει να φύγω από τούτον τον αφιλόξενο
τόπο.
Πρέπει το ταχύτερο να φτάσω στον σταθμό.
 Γιατί αυτή η βροχή δεν σταματάει;
Γιατί το τρένο άργησε να 'ρθει; 
Γιατί πουλάει αυτή η γριά λουλούδια σκοτεινά
στις αποβάθρες;
Αυτή η λυπημένη φωνή τι θέλει και φωνάζει
απ' τα μεγάφωνα;
Που έχω άραγε χαθεί;
 Ποιος με ψάχνει;
Ω, αυτή η βροχή στα ρούχα μου,
η ζάλη, ο πυρετός. Ο κόσμος μια παράκρουση.

Παρακαλείτε η επιβάτης που έχασε το μέλλον της,
να προσέλθει στον γκισέ του σταθμού
να παραλάβει το ξεχασμένο παρελθόν της.







Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Μήνυμα

Σε σας που σημαδέψατε λέξεις
για να σκοτώσετε τον άνθρωπο,
Τούτο έχω να πω:
Είναι ακατόρθωτο να διακόψετε 
τον διάλογο που έχω με τους κρεμαστούς
κήπους του σύμπαντος.
Είναι δύσκολο να ξεριζώσετε ιδέες
που άνθισαν στο περβάζι της εύφορης
σκέψης.
Πως νομίζετε ότι θα πάρετε τον ουρανό
από τα μάτια μου;
Πως μπορείτε να χλευάζετε ένα πρόσωπο
που ανήκει στον κόσμο
που διαλέξατε να ζήσετε;

Τραγούδι της φυλακής

Σε πλήρωσα με δέκα χρόνια.
Μία στιγμή
τα ρέστα μου.
Όταν φώναξες:
                       Θα περιμένω.