Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Ανθρώπινα ποτάμια

Άκου,
τώρα που θα πας στο εμποριό
πάρε αν θες για μένα μία γόμα.
Θέλω να σβήσω εκείνους τους καιρούς
που μου 'γραφες:
Εγώ για σένα μόνο,
και... τέλειωνες βάζοντας 
πάντα κόμμα.

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Χωρίς τίτλο

Ό τι έγινε, 
έγινε εκεί στον προθάλαμο 
της καρδιάς.
Πιο πέρα δε προχώρησε το μαχαίρι.
Δεν ήταν αναγκαίο να φτάσει
βαθύτερα.

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Του φεγγαριού

Σαν θα περνάς την πόρτα της
φεγγάρι μου θυμήσου
πόσες βραδιές περάσαμε
εγώ κι αυτή μαζί σου.

Σε όλους εσας που με διαβάζετε
σε οποιαδήποτε γωνία του κόσμου.

Ένα τραγούδι Ελληνικό
του αγαπημένου Π. Θαλασσινού.

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Καλημέρα

Χθες το βράδυ,
θα μπορούσα να ψαχουλέψω το στήθος σου
μα δε το θέλησα.

Θα μπορούσα ν' ανοίξω την πιο μικρή σου
φλέβα και ανεπαίσθητα
 να εισχωρήσω
 στο αίμα σου στήνοντας ανενόχλητος
την αυτοκρατορία μου.
Μα δε το προσπάθησα.

Θα μπορούσα ν' αφουγκραστώ
τους παλμούς της καρδιάς σου.
Μα την αγνόησα.

Χθες το βράδυ,
αυτό που ήθελα, ήταν να περάσω από τις πιο
ασυνήθιστες περιοχές του κορμιού σου
Με σκοπό να καταλήξω στο σημείο
εκείνο,
που κάποτε συνάντησα τον ήλιο.
Και να πω ύστερα από τόσα χρόνια 
στον κόσμο,
την καλημέρα που του χρωστούσα.

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Χωρίς τίτλο

Χθες το βράδυ,
θα μπορούσα να ψαχουλέψω
το σώμα σου
μα το αρνήθηκα.

Θα μπορούσα ν ανοίξω την πιο μικρή
φλέβα σου και ανεπαίσθητα
να εισχωρήσω στο αίμα σου
μα δεν προσπάθησα.

Θα μπορούσα ν αφουγκραστώ
τους παλμούς της καρδιάς σου
μα την αγνόησα.

Γιατί χθες το βράδυ ήθελα να περάσω
από τις πιο ασυνήθιστες περιοχές
του κορμιού σου
με σκοπό να καταλήξω στο σημείο
εκείνο που κάποτε συνάντησα
τον ήλιο.
Κι ύστερα από τόσα χρόνια
να πω στον κόσμο
την... Καλημέρα που του χρώσταγα.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Το γράμμα του καιρού

...Κι ένα πρωί,
άφησε στην πόρτα ένα γράμμα 
ο ταχυδρόμος.
Αποστολέας ήταν ο καιρός κι η κοσμοχαλασιά
ο παραλήπτης.
Θυμάμαι την Μαριγούλα που το κράταγε 
στα χέρια της και μας κοιτούσε στα μάτια
έναν- έναν.
Αναρωτηθήκαμε σε ποιον ν' ανήκει.
Ύστερα από πολλή περίσκεψη αποφασίσαμε
να μην ανοίξουμε τον φάκελο.
Ήταν ωραία τα χρόνια εκείνα που ζούσαμε
γιατί να φέρουμε στο σπίτι μας την καταιγίδα.
Στο τέλος το πήρε η Θεανώ και με μια καρφίτσα
το κάρφωσε πίσω από την πόρτα της κουζίνας.
Πέρασαν τριάντα χρόνια.
Στο μεταξύ είχε πεθάνει ο πατέρας.
Φόραγε μαύρα η μητέρα.
Τη θυμάμαι να κάθεται αμίλητη τ' απόβραδα
πίσω απ' το παράθυρο και να κοιτάζει τον δρόμο
χωρίς να βλέπει τίποτα.
Ο Θάνος είχε φύγει στα καράβια κι έκτοτε,
νέα του δε μάθαμε ποτέ.
Η Μαριγούλα πήγε υπηρέτρια σ'έναν μακρινό 
συγγενή στην Σαλονίκη.
Η Θεανώ μπήκε σ' ένα τρένο για να την καταπιεί
ένα γερμανικό εργοστάσιο. 
Εγώ παντρεύτηκα την φυματίωση κι έμπαινα
κι έβγαινα στην Σωτηρία.
Ο Σώτος φίλησε την μητέρα κι έφυγε
να δουλέψει στ' ανθρακωρυχεία του Βελγίου.
Μάθαμε πως έχασε το πόδι του και λίγο
αργότερα τη ζωή του.
Μια μέρα μ' επισκέφτηκε ο Χάρης.
Κάθισε δίπλα μου κι εγώ του έπιασα το χέρι.
Μου είπε πως το σπίτι χρειαζόταν βάψιμο
και πως η μάνα ανήμπορη πια είχε πέσει
στο κρεββάτι.
Έξι παιδιά στο σπίτι και είχε απομείνει ένα.
Το γράμμα του καιρού εξακολουθούσε
να κρέμεται πίσω από την πόρτα της κουζίνας.
Το είχαμε διαβάσει όλοι
κι ας ήταν τριάντα χρόνια σφραγισμένο.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Απουσία

Μου είχες πει,
πως θα μου λείψεις τα Χριστούγεννα.
Και τώρα που έξω χάραξε μια μέρα σιγαλή,
τα Χριστούγεννα,
μου λείπουν.